Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Ο βροχερός Νοέμβρης και ένα χαμένο όνειρο


Γράφει ο: Κostas leonardos        

Γυρίζω το βλέμμα μου κοιτώντας το ρολόι που ήταν στο τραπεζάκι, μισό στηριγμένο ανάμεσα από μια κορνίζα και ένα όμορφο σχεδιαστικά σκαλιστό γυάλινο βάζο, του οποίου τα λουλούδια που έχει μέσα, φαίνονται μαραμένα και χωρίς άρωμα μέσα στο αποπνικτικό μικρό δωμάτιο. Η ώρα δείχνει 2:38 ξημερώματα Τετάρτης. Έξω από τα παντζουρόφυλλα ο αέρας λυσσομανάει και χτυπάει με ένα ρυθμικό τόνο, πάνω στις ήδη βρεγμένες γρίλιες της εξώπορτας. Η σκέψη μου στο απέραντο σκούρο χρώμα του ουρανού που δεν άφηνε άλλα περιθώρια βελτίωσης στην σκέψη, μιας και γινόταν ακόμα πιο μαύρος, ακόμα πιο μουντός, σε μια ήδη μαύρη ψυχολογία του εγώ μου. Τα μάτια μου καρφωμένα στην οθόνη της τηλεόρασης, δεν έλεγαν να φύγουν από εκεί κι ας άκουγα μόνο τον ήχο από τις σταγόνες της βροχής. Έπεφταν ρυθμικά και ακόμα πιο γρήγορα με μανία λες και ήθελαν να περάσουν μέσα στην ζέστη του ανοιχτόχρωμου δωματίου. Μπορούσα να νιώσω ήδη το συναίσθημα ενός εγκλωβισμένου, αλλά ελεύθερου πολιορκημένου της φύσης, ταμπουρωμένος πίσω από τέσσερεις ασφαλείς τοίχους. Η ώρα όμως πέρναγε αμείλικτα και ένιωθα ότι πλήττω ακόμα πιο πολύ με αυτό το χαζοκούτι της τηλεόρασης που είχα μπροστά μου. Το μόνο που έχει να βάζει τέτοια ώρα είναι χαζά telemarketing, που ώρες ώρες, νιώθεις ότι απευθύνονται σε ανθρώπους με νοητικά καθυστερημένα αντανακλαστικά. Ο καφές και αυτός πλέον είχε γίνει πιο κρύος, αλλά με υδρατμούς να βγαίνουν στην ατμόσφαιρα του δωματίου, από την διαφορά εξωτερικής και εσωτερικής θερμοκρασίας.

Ο λαιμός μου φαίνεται να είναι λίγο καλύτερα, αυτές τις μέρες με έκανε να νιώσω πως είναι να είσαι αδύναμος και ανήμπορος στην κάθε αρρώστια της ζωής. Όμως η δύναμη πάντα θα πηγάζει από μέσα μας, γι’ αυτό και εγώ το έχω σαν την αρχή των πάντων. Εμείς είμαστε η δύναμη για όλα, εμείς και η αυτοκαταστροφή μας. Αν πεις δεν την παλεύω άλλο, τότε δεν θα την βγάλεις καθαρή. Αν όμως πεις ότι τίποτα δεν με λυγίζει, τότε θα έχεις φτάσει στο επίπεδο της νοητικής σκέψης του άτρωτου, του ισχυρού, της δύναμης της θελήσεως. Η ώρα όμως περνάει ακόμα πιο αργά πλέον στο βαρύ βλέμμα μου. Ίσως θα έπρεπε να είναι και ώρα για να κοιμηθώ, αλλά μου φαίνεται ότι δεν θα με πιάσει τόσο εύκολα ο ύπνος. Ο κακός δαίμονας του ξύπνιου και του ύπνου θα παλεύει πάντα σαν τον καλό με τον κακό άγγελο που έχουμε όλοι δίπλα μας. Μια θα νικάει ο ένας μία ο άλλος και εμείς θα ακολουθούμε την σωματική μας έλλειψη και εξέλιξη όπως μια μαριονέτα, που ανάλογα τα ερεθίσματα που της δίνουμε αντιδράει, και κάνει τις δικές της, μοναδικές, κινήσεις και γκριμάτσες. Έτσι είμαστε και όλοι εμείς, μαριονέτες μιας ζωής. Μπορεί να διατυμπανίζουμε την ελευθερία μας αλλά μόνο ελεύθερα όντα δεν είμαστε. Κάθε άλλο, είμαστε περικυκλωμένοι και εξαρτημένοι από τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα ΘΕΛΩ μας. Αυτά τα θέλω μιας ζωής, που σε κρατάνε σκλαβωμένο και καθηλωμένο στο σήμερα και στο τώρα, δεν θα σε αφήνουν ποτέ να δραπετεύσεις με το κάθε ζωντανό ή ψεύτικο όνειρο που θα αποτυπώνεται στο όποιο πάθος, παρά μόνο στην ρουτίνα της καθημερινότητας. Το μυαλό φαίνεται ότι ακόμα και τέτοια ώρα φέρνει αρκετές στροφές ώστε να σκέφτεται και να φιλοσοφεί. Αυτή την ώρα κάνει κατακλυσμό έξω και μια πολύ δυνατή βροντή και μια ακόλουθη λάμψη αστραπής κάνουν τα τζάμια του σπιτιού να τρίξουν σαν να θυμίζουν έργο από θρίλερ.

Δεν πέρασε αρκετή ώρα και αυτή την φορά ο θόρυβος έρχεται από το διπλανό δωμάτιο. Είναι το γαύγισμα του σκύλου που άρχισε να χαλάει τον κόσμο. Σηκώνομαι να πάω να δω τι προκαλεί όλοι αυτή την ανησυχία του. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν, καθώς η πολύ βροχή κάνει την τάση του ρεύματος να έχει αμφιταλαντεύσεις και να δυσκολεύει ακόμα πιο πολύ την ζωή μας. Καταραμένη νύχτα, πού θα πας, θα περάσεις και εσύ όπως και τόσες άλλες από αυτή την ζωή μου. Μετά κόπων και βασάνων φτάνω στο δωμάτιο του σκύλου, ανοίγω την πόρτα και τον βλέπω να έχει μια περίεργη ανησυχία στην συμπεριφορά του. "Τι έγινε μικρέ;" Το βλέμμα του τρομαγμένο. Μάλλον τον φόβισε η βροχή, οι βροντές και ο περίεργος θόρυβος που ακούγεται έξω από την καγκελόπορτα. Τραβάω απαλά την κουρτίνα στο πλάι ώστε να προβάλλει μόνο το βλέμμα τον ματιών μου στην θέα προς τον έξω κόσμο. Μια περίεργη φιγούρα στέκεται κοντά στα κάγκελα. Είναιαρκετά σκοτεινά για να μπορώ να προσδιορίσω το φύλο και τον σκοπό που μπορεί να έχει, φαίνεται όμως να προσπαθεί να καλυφθεί από τα στοιχεία της φύσης. Πριν καλά καλά το καταλάβω, ακούω τον ήχο της πόρτας να κτυπά με έναν ρυθμικό τόνο χωρίς να χρησιμοποιεί το κουδούνι, ενώ ο σκύλος αρχίζει να γρυλίζει ακόμα πιο πολύ. Τον έδεσα και τον πέρασα στο δίπλα δωμάτιο για να μην έχει οπτική επαφή με τον χώρο και να πάψουν οι όποιες του ανησυχίες. Έκανα μερικά βήματα μέχρι να βρεθώ στη σωστή απόσταση, ανάμεσα σε μένα, τον θόρυβο και τον άγνωστο επισκέπτη της νύχτας. Άνοιξα την πόρτα και μπροστά μου στεκόταν μια μέτριου αναστήματος όμορφη μελαχρινή κατσαρομάλλα με καλλίγραμμο σώμα. Ήταν τελείως βρεγμένη από πάνω έως κάτω, ενώ στα χέρια της δεν κράταγε καν ούτε ομπρέλα. Τα μάτια της λαμπύριζαν σαν δυο όμορφες γυάλινες χάντρες μέσα στο βροχερό σκοτάδι. Με κοιτάει και μου λέει: "Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας και της στιγμής, αλλά αν δεν μου άνοιγες και εσύ, δεν ξέρω πόσο θα άντεχα μέσα σε αυτή την βροχερή νύχτα". Της έκανα νόημα να περάσει γρήγορα μέσα, πριν αρχίσει να μπαίνει το νερό στο σπίτι. Με υπακούει χωρίς να φαίνεται να το πολυσκέπτεται.

 

Της φέρνω μια πετσέτα μπάνιου που είχα πρόχειρη για να μπορέσει να βγάλει 
τα πολλά νερά από πάνω της. 
-«Σε ευχαριστώ...» 
-«Κώστας», της απαντάω. 
Μου χαμογελάει και μου λέει: «Κώστα... φαίνεται ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή την ζωή»
 και της γνέφω καταφατικά και συνεχίζει την σκέψη της, 
-«Με έπιασε η βροχή απότομα, και βρέθηκα στην μέση του πουθενά. 
Ευτυχώς που βρήκα εσένα και μου άνοιξες»
- «Ίσως και απλά να έτυχε, κανείς ποτέ δεν θα μάθει...»
-«Ράνια» μου λέει.
-«Ράνια, λοιπόν, η μοίρα ποτέ δεν θα ξέρεις γιατί τελικά τα έφερε 
έτσι και βρέθηκες μέσα στην βροχή».
-«Μπορεί όμως η μοίρα και να ήξερε και τελικά να τα έφερε όπως ακριβώς τα έχει προγραμματίσει»
-«Τι εννοείς;» της απαντάω.
-«Μπορεί όλοι μας να είμαστε σε μια αποστολή, άλλοτε μυστική 
άλλοτε φανερή κανείς δεν θα μάθει το πώς και το γιατί, παρά μόνο στο τέλος 
αυτού του ταξιδιού που λέγεται ζωή»
Της χαμογελώ και της γνέφω και πάλι καταφατικά αφού δεν μπορώ να διαφωνήσω 
με τον τρόπο σκέψης της.
-«Πώς θα φύγεις τώρα από εδώ; 
Η βροχή δεν πρόκειται να κοπάσει και σίγουρα δεν θα μπορείς να κοιμηθείς και εδώ μέσα.
 Δυο μικρά δωμάτια υπάρχουν και αυτά είναι και άνω κάτω. 
Άσε που δεν θα θες να κοιμηθείς με τον τρομαγμένο μου σκύλο.»
Ήταν η σειρά της να σκάσει ένα όμορφο χαμόγελο. 

Η ώρα πέρναγε με την κουβέντα και πριν καλά καλά το καταλάβω είχε πάει κοντά στις 6. Η παρέα της μου ήταν αρκετά ευχάριστη και η ομορφιά της δεν μου άφηνε και πολλά περιθώρια στην σκέψη, όμως ταυτόχρονα ήταν τόσο δίπλα μου μα και τόσο μακριά μου, που φαινόταν να μας χωρίζει ένα τεράστιο κενό, ένα μεγάλο αβυσσαλέο χάος και εγώ στην μέση του πουθενά του δωματίου, να προσπαθώ να γεφυρώσω της όποιες διαφορές και σκέψεις μπορεί να μας χώριζαν, αλλά μάταια. Μου έδειχνε με το βλέμμα της και την δικιά της αντίδραση και σκέψη ότι δεν έχω το εισιτήριο ακόμα, το εισιτήριο της πραγματικής θέλησης για να μπορώ να ελπίζω στο κοινό στόχο. Έδειξα να απορώ όμως στην σκέψη μου... τι κοινούς στόχους μπορεί να έχω εγώ με κάποια που απλά έτυχε να βρεθεί στην μέση του πουθενά βρεγμένη και εγώ από την μέσα πλευρά σαφώς σε καλύτερη κατάσταση. Αν κάποιος από τους δυο μας θα ήθελε κάποια σχετική βοήθεια δεν θα πρέπει να ήμουν εγώ αλλά εκείνη. Αμέσως η σκέψη η δικιά μου, μου κατέδειξε και το λάθος μου. Ήταν το εγωιστικό μου συναίσθημα που έμπαινε εμπρός από την λογική των πραγμάτων. Βρίσκοντας το λάθος ξεκλείδωσε την απάντηση της λύσης, και τότε ξαφνικά ένα περίεργο ταξίδι μέσα από τα λαμπερά της μάτια ξεκίνησε να υπάρχει μέσα στον χώρο του δωματίου. Η ανία και η πλήξη της βραδιάς φαίνεται να πηγαίνει περίπατο και την θέση του έχει πάρει αυτή η μικρή απρόβλεπτη μαγεία μας. Χωρίς να το καταλάβουμε βρεθήκαμε και η δύο αγκαλιά.Τα φιλιά μας ένιωθα ότι ήταν κάτι το μοναδικό, το πάθος της στιγμής μας είχε συνεπάρει και τους δύο μας. Το μοναδικό ταξίδι μας μόλις είχε αρχίσει, ένιωθα ότι πετάγαμε, μέχρι που μετά από μερικά δευτερόλεπτα που ένιωσα ότι κράτησαν ώρες, είδα ότι πραγματικά πετάω μαζί της. Την κοιτάω και της λέω «πετάμε», με κοιτάει και μου λέει «το ξέρω». Μου ξαναχαμογέλασε και με πήγε ακόμα πιο ψηλά


και ξαφνικά ένας πολύ δυνατός και περίεργος θόρυβος αρχίζει να κτυπάει κοντά μου. Προσπαθώ να καταλάβω από πού έρχεται και τι ακριβώς είναι αυτός ο ήχος. Η μορφή της κοπέλας αρχίζει να χάνεται σαν τα πέταλα από τριαντάφυλλα που πέφτουν στο έδαφος ένα προς ένα και στο τέλος, μένω με το αγκαθωτό πράσινο κοτσάνι. Τα χέρια της που με κράταγαν, άρχισαν και αυτά σιγά σιγά να με εγκαταλείπουν, ένα ένα δάκτυλο την φορά και τώρα νιώθω ότι βρίσκομαι μόνος στο αέρα, σε ένα κενό, πέφτοντας με μεγάλη ταχύτητα προς τα κάτω, από ένα ύψος που ξεπέρναγαν τα βροχερά σύννεφα. Κοιτάω όλο τον κόσμο από ψηλά και ξέρω όμως ότι δεν έχω το σωστικό της επιβίωσης μου, αυτό που θα ήταν ένα όμορφο, μικρό, αλλά λειτουργικό αλεξίπτωτο της σωτηρίας μου. Λίγο πριν φτάσω στο έδαφος, θυμάμαι να σκέφτομαι τις τελευταίες ώρες μου.... Ήταν με μια άγνωστη γυναίκα και ένα χαζό telemarketing που μίλαγε για την χρηστικότητα της ομπρέλας αλεξίπτωτο. "Το ανοίγετε" έλεγε "και σίγουρα μπορεί να σας σώσει από δύσκολες καταστάσεις..." Χαμογέλασα. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω τέτοιες ώρες. Η βροχή ξαναήρθε στο πρόσωπό μου και άρχισα να νιώθω ακόμα πιο πολύ την πίεση του εδάφους καθώς έφτανα στο τέλος του. Η πρόσκρουσή μου ήταν μοιραία. Ένιωσα τα κόκκαλά μου να πιέζονται αφάνταστα, το σώμα μου να γίνεται μια επίπεδη μάζα και η ψυχή μου να βγαίνει από το σώμα μου. Κοιτάω το κακό που με είχε βρει και προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε πάει τόσο στραβά αυτήν την νύχτα… ακριβώς πιο δίπλα μου... η ίδια φιγούρα, που μου είχε στοιχιώσει την νύχτα και την είχε κάνει δικιά της. 

Τώρα πλέον ήμασταν και οι δύο στην βροχή. Την κοίταξα και με κοίταξε, και τώρα και οι δυο μας είχαμε μάτια που λαμπίριζαν μέσα στο φως και στο σκοτάδι. Έσκυψε στο αυτί μου χαμηλά και μου ψιθύρισε: «Είμαι ένας άγγελος θανάτου, ο δικός σου άγγελος. Ήρθα να σε πάρω από το χέρι, να σε αγγίξω και να σε κάνω δικό μου, σε θέλω για πάντα δίπλα μου σε μια δικιά μας ζωή, μόνο με όμορφες σκέψεις και εικόνες.» Άπλωσε το χέρι και άφησε προέκταση το ένα δάκτυλό της. Δεν ξέρω γιατί αλλά τα λόγια της με άγγιζαν, αλλά δεν με τρόμαζαν καθόλου. Περισσότερο με έκαναν να σκεφτώ ότι κάτι διαφορετικό θα νιώσω και θα βιώσω, πού τόσο μπορεί να το είχα και εγώ τελικά ανάγκη. Ακολούθησα την κίνησή της και έκανα και εγώ το ίδιο, άπλωσα τα δικά μου δάκτυλα. Η επαφή των χεριών μας έκανε τις διαφορές μας να εξαφανιστούν σαν ένα ραβδί του Harry Potter που ό,τι αγγίζει γίνεται και μαγικό. Αρχίσαμε και πάλι να πετάμε με μεγάλη ταχύτητα προς τα πάνω, φτάσαμε και πάλι πολύ ψηλά, φαινόταν μια εμπειρία ζωής και θανάτου μέσα σε ένα εγκλωβισμένο ερωτικό δικό μας παιχνίδι.Άρχισε και πάλι να μου αφήνει το χέρι να με κοιτάει και να απομακρύνεται ξανά. Άρχισα να της φωνάζω, αλλά όσο και να φώναζα αυτή απομακρυνόταν όλο και πιο γρήγορα, έως ότου κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να την φτάσω. Η πτώση μου και πάλι είχε ξεκινήσει προς το έδαφος. Ο αέρας σφύριζε όλο και πιο δυνατά γύρω μου, τόσο πολύ που δεν άντεχα άλλο. Έπιασα τον εαυτό μου να έχει χαθεί μέσα στον ήχο της σκέψης, και μετά νεκρική σιγή................................................................................................................................Μέχρι που ακούστηκε ένας ακόμα θόρυβος και αυτή την φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός, τόσος που ηχούσε στα αυτιά μου, σαν να κτύπαγε ένας μάγειρας μια κατσαρόλα... 

Δεν αργώ να καταλάβω πως είναι το καταραμένο ξυπνητήρι που βάραγε για τρίτη φορά την υπενθύμιση για να σηκωθώ και για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα, που σου λέει ότι πρέπει πλέον να τρέξεις ακόμα πιο γρήγορα, γιατί άργησες και τα όποια λάθη σου, τα περιμένουν άλλοι στην γωνιά να τα εκμεταλλευτούν και να σε παραγκωνίσουν στον real ανταγωνισμό. Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Άρχισα να φοράω το παντελόνι μου, ύστερα το πουκάμισό μου και καθώς έφτιαχνα τα κουμπιά από τα μανίκια, στο μυαλό στιγμιαία ήρθε και το όνειρο. Έσκασα ένα τελευταίο χαμόγελο, σκεπτόμενος ότι ήταν απλά ένα όνειρο, μα τόσο ζωντανό που θα μπορούσα να το ζω ακόμα και τώρα, στον ξύπνιο μου...ή μήπως δεν ήταν όνειρο; Έριξα μια κλεφτή ματιά στην εξώπορτα, που ήταν κλειστή, ενώ έξω ακόμα ψιχάλιζε με πιο απαλή ένταση και το πολύ γκρίζο του ουρανού είχε γίνει ένα πιο όμορφο λευκό. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στον δρόμο. Έξω νερά παντού. Ακόμα και τα ταλαιπωρημένα πεζοδρόμια είχαν και αυτά πλυθεί από την τόση νεροποντή της βραδιάς. Έκανα καμιά τριανταριά βήματα μέχρι να φτάσω στην εμβέλεια του αυτοκινήτου και να βρεθώ μέσα σε αυτό. Κοίταξα γύρω μου, παντού υγρασία, νερό, λάσπες και κόσμος να προσπαθεί να πάει στις δουλειές του. Τι περίεργο όνειρο και αυτό αναλογίστηκα… Έβαλα εμπρός την μηχανή του αυτοκινήτου και την άφησα να ζεσταίνεται. Μερικά λεπτά μετά ήμουν στο δρόμο της καθημερινότητας και ανταγωνιστικότητας. Φανάρια πράσινα, φανάρια κόκκινα και πάλι όλα ίδια. Μόλις έφτασα στην στάση του ηλεκτρικού, το βλέμμα μου αμέσως έπεσε σε μια φιγούρα που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη. Τα μαλλιά της ήταν κατσαρά, το ανάστημά της μέτριο και φορούσε μια καπαρντίνα μακριά. Κατέβηκα από το αμάξι, την πλησίασα την άγγιξα στον ώμο, γύρισε προς το μέρος μου και είδα τα μάτια της που λαμπίριζαν... Της είπα «Ράνια;» 


Με κοίταξε μέσα στα μάτια. «Δεν με λένε Ράνια κύριε...» 
Άνοιξε την πολύχρωμη ομπρέλα της... και απομακρύνθηκε.



Μην κρατάς στα δάχτυλα της ψυχής σου
την άκρη μιας κλωστής ενός ονείρου που χάνεται.
Οι ώρες μιας σιωπής θα κυλάει στο μυαλό της ψευδαίσθησης
Το φως της αλήθειας θα πηγάζει σε ένα χαμόγελο που θα μπορεί
να σου δείχνει το παρόν σε ένα χαμένο παρελθόν
αλλά κερδισμένο, στο νέο ελπιδοφόρο μέλλον σου.
Δεν πειράζει που δε σου 'ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που άκουγα παλιά.
Ο χαμένος μπορεί να τα παίρνει και όλα...

Αφιερωμένο: Σε όλους τους φόβους που αγαπήσαμε πάλι
Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)







2 σχόλια: