Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Ο Άη Βασίλης των μικρών και των μεγάλων


Γράφει  ο : Κostas leonardos 

Αυτές τις μέρες πρέπει όλοι να δείχνουν το καλύτερό τους πρόσωπο, είναι οι μέρες που μπορεί κάποιος να νιώσει την διαφορετικότητα όλων των υπολοίπων ημερών μέσα στον χρόνο, όχι τόσο σαν ένας θεσμός ακόμα, αλλά σαν μια μικρή εναλλακτική διαφορετική πραγματικότητα, από την όποια καθημερινότητα μας. Εγώ μικρός πάντα πίστευα στον Άη Βασίλη, σε εκείνον το ασπρομάλλη με την μακριά γενειάδα, που μπορούσα και του έγραφα γράμματα, ετοιμάζοντας τα και τρεις μήνες πιο πριν, για έναν και μόνο λόγο: για να έχει όλο το χρονικό περιθώριο να βρει αυτά που του ζητούσα, χωρίς να του γίνω το έξτρα βάρος του. Δεν του ζήταγα πολλά, μόνο λίγα και καλά και πολλές φορές ευτελούς αξίας, γιατί φοβόμουν ότι δεν θα έφταναν για όλους τους ανθρώπους, γιατί, σκεφτόμουν, αν ο κάθε ένας μας, το κοίταγε εγωιστικά και καθαρά προσωπικά τότε φανταζόμουν, ότι δεν θα τα κατάφερνε. Ήξερα ότι θα ερχόταν από μακριές πολιτείες, εκεί που ζούσε και προετοιμάζονταν κάθε τέλος του χρόνου για να δώσει χαρά σε όσους τον είχαν πραγματική ανάγκη και πιστεύοντας σε αυτόν και το δικό του μοναδικό θαύμα. 

Περνούσε και αυτός ανάμεσα από καθημερινές δυσκολίες, βουνά, κακοτράχαλα σοκάκια, δέντρα μισοξεριζωμένα και όλα εκείνα τα ανήμπορα ζωντανά και ψεύτικα αντικείμενα στο διάβα του. Πάντα σκεφτόμουνα το πώς μπορεί να καταφέρνει να μαζέψει και να συγκεντρώσει τόσα πολλά παιχνίδια. Σίγουρα από μόνο του όλο αυτό το εγχείρημα θα ήταν και για εκείνον μια μικρή πρόκληση, η δε μεγαλύτερη θα ήταν να προλάβει να τα μοιράσει σε όλο αυτόν το κόσμο που θα του είχε στείλει έστω και ένα μικρό γράμμα. Τον φανταζόμουν να στέκει και εκείνος αγέρωχος, να ακολουθεί το σχέδιο που του ανάθεσε το κάθε παιδικό όνειρο, για να το πραγματοποιήσει στον σωστό χρόνο. Ο αγέρας γύρω του, σίγουρα θα λυσσομανάει, σε όποια επιφάνεια δεν είναι επίπεδη με το έδαφος, προσπαθώντας να αντισταθεί στα στοιχεία της φύσης και το πολικό ψύχος, που επικρατεί στον μακρινό κόσμο του Άη Βασίλη, φαίνεται δύσκολη δουλειά για αυτόν τον αγαπημένο παιδικό μου φίλο. Αλλά η μοίρα τον είχε επιλέξει να κάνει ακριβώς αυτό που για πάντα ίσως ήταν φτιαγμένος, να χαρίζει χαμόγελα στα παιδικά χείλη μαζί με τους καφέ όμορφους ταράνδους του.


Μεγαλώνοντας και εγώ με το πέρασμα των χρόνων, κοιτώντας και καταλαβαίνοντας, όσα θα ήθελα να μην καταλαβαίνω, αλλά πολλές φορές ούτε να ζω, απομυθοποίησα τις φιγούρες γύρω μου. Όχι αυτή την ψεύτικη φιγούρα του Άη Βασίλη, αλλά τις άλλες τις ανθρώπινες, που τελικά αυτές, είναι και οι πιο ψεύτικες στην πραγματικότητα μιας ψεύτικης κοινωνίας. Το κάθε παραμύθι για ένα παιδί είναι πολύ σημαντικό, διαμορφώνει τον εσωτερικό του κόσμο και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να του τον γκρεμίζει κάποιος με πραγματικότητες ή ψεύτικες καθημερινές αλήθειες. Με το να του λες μια πλασματική ιστορία, δεν πάει να πει ότι το παραμυθιάζεις, αλλά ότι απλά του αφήνεις το δικαίωμα στο δικό του όνειρο. Έτσι κι αλλιώς τα μεγαλύτερα παραμύθια τα βιώνουν και τα ζουν όλοι γύρω τους και το πιο αστείο είναι ότι τις περισσότερες φορές, είναι μόνο για μεγάλους που νομίζουν ότι ζουν στην πραγματικότητα, μόνο που και αυτή είναι ψεύτικη. Έτσι ίσως η μόνη αλήθεια τελικά να είναι αυτός ο μικρός ήρωας του χαμόγελου των παιδιών, που όταν ανακαλύπτεις ότι κάτω από το δέντρο σου έφερε όσα μπορεί να του ζήτησες, δεν αναπληρώνεται με καμιά αλήθεια των μεγάλων. Έτσι υιοθετώ τους δικούς μου κανόνες σε αυτή την κοινωνία, χαρίζω το κάθε χαμόγελο μου εκεί που θα πιάσει τόπο και δεν θα χαραμιστεί σε ανούσιες μικρές ψεύτικες στιγμές των μεγάλων. Μπορώ να χαμογελώ σε κάθε παιδί, χαμογελώ σε κάθε ενήλικα που μπορεί να είναι παιδί, χαμογελώ ακόμα και σε όσους κρατούν ακόμα ένα κομμάτι μέσα τους, αυτό της αθωότητας, αν και ξέρω ότι δεν μπορώ να περιμένω τίποτα πλέον από τα δώρα που έπαιρνα παλιά, γιατί άθελά μου, πέρασα και εγώ αυτό το όριο της αθωότητας. Αλλά ξέρω ότι πλέον μπορώ να δίνω όσα γέμισα εσωτερικά μου, από όμορφες εικόνες και από όλα εκείνα τα μακρινά χρόνια.

Ίσως ζω, αναπνέω, και βιώνω, γιατί μπορώ να ζω ακόμα 
στο όνειρο που χάραξε ο Άη Βασίλης, εκείνο το όποιο όνειρο...
που θα του το εκμυστηρευτώ και ίσως εκείνος, να το πράξει για μένα.
Γιατί τα παιδικά όνειρα, είναι η παρατεταμένη μας εφηβεία 
που για δικούς μας λόγους, μερικοί δεν μεγαλώσαμε ποτέ τελικά.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)


Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Μία ιστορία της νύχτας.



Γράφει ο: Γιώργος Κάππα

Είναι βαθιά μεσάνυχτα, αέρας φυσάει μανιασμένα, σαν να θέλει να σου ψιθυρίσει κάτι μέσα στο μυαλό. Σταμάτησα έξω απ’ το περίπτερο. Έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου και βγήκα έξω. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Σήκωσα το φερμουάρ του μπουφάν μέχρι το λαιμό και ανασκουμπώθηκα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή που προσγειώθηκε το αεροπλάνο και ήμουν ακόμα μουδιασμένος. Ήταν δύσκολη η αποψινή νύχτα. Αρκετά δύσκολη. Ήμουν όμως συνηθισμένος σε αυτά. Κάθισα για λίγο στο καπό του αυτοκινήτου για να καπνίσω το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου. Η λαμαρίνα ήταν ακόμα κρύα. Δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί. Τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά. Πάντα μ’ άρεσε να καπνίζω στο κρύο. Κοίταξα τριγύρω. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια φωτεινή ταμπέλα με κόκκινα γράμματα σε σκούρο μπλε φόντο. Ήταν ένα μπαρ. Ακριβώς δίπλα στο περίπτερο. Παραξενεύτηκα. Πως δεν έχω ξαναδεί αυτό το μπαρ; σκέφθηκα. Περίεργο. Ίσως άνοιξε τώρα που έλειπα σε ταξίδι.Τις σκέψεις μου διέκοψε απότομα ένα μαύρο μεγαλόσωμο σκυλί που ήρθε χωρίς να το πάρω είδηση και σταμάτησε μπροστά στα πόδια μου. Με πλησίασε μπουσουλώντας δειλά και, άρχισε να γλείφει τις μύτες απ’ τις μπότες μου. Δεν αντέδρασα. Απλά το κοίταζα. Πότε πότε σήκωνε το βλέμμα του και με κοίταζε στα μάτια. Συνέχισε για μερικά λεπτά ακόμα και μετά σταμάτησε. Έκανε μερικά βήματα πίσω και στάθηκε απέναντι μου. Με κοίταξε και εντελώς ξαφνικά άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα του έτρεχαν ποτάμι ενώ τα ουρλιαχτά του μου τρυπούσαν τ’ αυτιά.

Ανατρίχιασα στιγμιαία αλλά δεν έκανα τίποτα. Απλά συνέχιζα να το κοιτάζω κατάματα. Αυτό κράτησε λίγα λεπτά της ώρας. Μετά, όπως ξαφνικά άρχισε να κλαίει έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Δεν είχε δάκρυα στα μάτια. Ήταν εντελώς στεγνά. Λες και δεν είχε κλάψει πότε. Το τσιγάρο τελείωσε και το πέταξα μπροστά μου. Το πάτησα στρουφίζοντας το με τη μύτη της μπότας μου. Προχώρησα προς το περίπτερο. Βγάζοντας τα λεφτά απ’ τη τσέπη του παντελονιού γύρισα το κεφάλι πάνω απ’ τον ώμο. Το σκυλί καθόταν στα δυο πισινά του πόδια ακόμα εκεί. Δεν είχε κουνήσει ούτε χιλιοστό. Έστριψα το κεφάλι μου μπροστά σκύβοντας προς το τζαμένιο παραθυράκι του περιπτέρου. Ήταν κλειστό και θαμπωμένο από τα χνώτα που υπήρχαν στο εσωτερικό του. Μπόρεσα να διακρίνω μια ανθρώπινη φιγούρα που καθόταν σε ένα χαμηλό καρεκλάκι και κουνιόταν ρυθμικά μπρος πίσω. Σαν να υπάκουε σε κάποιο μουσικό αργό ρυθμό. Χτύπησα απαλά με το δάχτυλο. Δεν άκουσε γιατί συνέχισε να κινείται χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το ρυθμό του. Ασυναίσθητα γύρισα πάλι το κεφάλι μου προς το σκυλί. Ήταν ακόμα εκεί. Στην άκρη του δρόμου να με κοιτάζει ίσια στα μάτια. Γύρισα και ξαναχτύπησα αυτή τη φορά πιο δυνατά. Η κουνιστή φιγούρα πρέπει να με άκουσε γιατί έστριψε το κεφάλι προς το μέρος μου. Το κορμί όμως έμεινε σταθερό. Άπλωσε το δεξί χέρι και έσυρε αργά το τζαμένιο θαμπό πορτάκι του μικρού παραθύρου. Η υγρασία από τα χνώτα που υπήρχε επάνω δημιούργησε ένα λεπτό και διαπεραστικό ήχο που με έκανε να ανατριχιάσω. Ένοιωσα σαν να μου ξυράφιζαν τη πλάτη κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς.


Στο μικρό άνοιγμα εμφανίστηκε το πρόσωπο ενός πολύ γέρου άντρα. Ένα κοκκαλιάρικο, κίτρινο, με μάτια χωρίς βλέφαρα, γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο.Του έλειπαν σχεδόν όλα τα δόντια. Ανάσαινε βαριά. Πάγωσα μόλις αντίκρυσα αυτό το απόκοσμο πρόσωπο. Ακούμπησα τα χρήματα που είχα βγάλει από τη τσέπη στο πιατάκι. Μετά βίας βγήκε η φωνή από το στόμα μου. Ζήτησα ένα πακέτο τσιγάρα, ένα κουτί ασπιρίνες, δυο οδοντογλυφίδες και μια λευκή σοκολάτα. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου άπλωσε το χέρι του στα γύρω ραφάκια κατέβασε και ακούμπησε στο πιατάκι αυτά που του είχα ζητήσει. Με κοιτούσε επίμονα σαν να περίμενε να ακούσει κάτι από εμένα. Το μυαλό μου σταμάτησε για μια στιγμή. Δεν ήξερα τι να πω. Μετά, τον ρώτησα το πρώτο πράγμα που μου ‘ρθε στο μυαλό.«Γερο ,τι είναι ζωή;» Ο γέρος σαν να περίμενε την ερώτηση μου, με το κεφάλι του μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω περισσότερο. Έσκυψε κι αυτός λίγο ακόμα, κοίταξε δεξιά και αριστερά χωρίς να κουνήσει το κεφάλι του , ενώ το στόμα του ακούμπησε σχεδόν στο αυτί μου. Μίλησε πολύ αργά και με ψιθυριστή φωνή σαν να φοβόταν μην τον ακούσει κάποιος άλλος εκτός από μένα. Είπε δώδεκα λέξεις. Τις μέτρησα. Ακριβώς δώδεκα λέξεις. Τον κοίταξα άφοβα μέσα στα μάτια. Οι κόρες των ματιών του είχαν εξαφανιστεί . Είχε μείνει μόνο ένα ξεβαμμένο ασπράδι. Το χέρι που άπλωσα για να πάρω αυτά που είχα ζητήσει, σταμάτησε. Έμεινε εκεί, στον αέρα. Τεντωμένο, μετέωρο. Μετά άρχισε να κατεβαίνει αργά προς το σημείο που ήταν η αγκράφα της ζώνης του παντελονιού μου, χωρίς να αφήσω το γερο ούτε μια στιγμή απ’ τα μάτια μου. Έπιασα σφιχτά το περίστροφο και το τράβηξα . Ένοιωσα τη λαβή παγωμένη.


Το σήκωσα, και το εφερα μερικα χιλιοστα απο το ζαρωμενο κουτελο του γερου. Τα ματια του ανοιξαν ελαφρα ενω ενα απροσδιοριστο ελαφρυ μειδιασμα ζωγραφιστηκε στο μικρο σαν τρυπα στομα του.«Σωστα απαντησες γερο, αλλα δεν πρεπει να το μαθουν οι αλλοι. Μη το παιρνεις προσωπικα» ειπα και τραβηξα τη σκανδαλη. Ακομα και τωρα μπορω να παρω ορκο οτι δεν ακουσα κροτο απο πυροβολισμο και δεν ειδα καμια λαμψη να βγαινει απο την κανη του περιστροφου. Ενοιωσα μοναχα το τρανταγμα. Το σαρανταπενταρι υπακουοντας στην εντολη που του εδωσα , εφτυσε με οση δυναμη ειχε μεσα του ενα μικρο κομματι μολυβι. Αρκετο για να δημιουργησει μια μικρη τρυπουλα στο μετωπο του γερου. Εκεινος αφου ορθανοιξε το στομα του, χωρις να λυγισει το σωμα του εγειρε προς τα πισω , ακουμπωντας απαλα με την πλατη στον ξυλινο τοιχο του περιπτερου. Το κορμι του εμεινε τεντωμενο , σαν ειχε επελθει πληρης δυσκαμψια μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα. Αν τον ακουμπουσα βαζω στοιχημα οτι θα ηταν ηδη παγωμενος.Πηρα τα πραγματα μου αφησα το χαρτονομισμα και κοιταξα γυρω. Το σκυλι ειχε εξαφανισθει. Στο δρομο δεν υπηρχε ψυχη παρα μονο το αυτοκινητο μου. Μια ψιχαλα με χτυπησε στο μαγουλο. Κοιταξα ψηλα τον ουρανο. Ερχοταν βροχη. Περπατησα μερικα βηματα και βρεθηκα μπροστα στη πορτα του μπαρ. Μουσικη ακουγοταν απο μεσα. Εσπρωξα απαλα τη πορτα και μπηκα. Σταθηκα λιγο για να συνηθισουν τα ματια μου στο χαμηλο φωτισμο.


Έκανα ακόμα μερικά βήματα και σταματησα. Περιεργαστηκα για λιγο το χωρο και προχωρησα. Δεν υπήρχε κανεις εκει μεσα εκτος απο μια σερβιτορα πισω από τη μπαρα. Διαλεξα ενα τραπεζι σε ενα σημείο που δεν φωτιζοταν σχεδον καθολου. Με εκπληξη συνειδητοποιησα οτι κρατουσα ακομα το περίστροφο. Το αφησα πανω στο τραπεζι, καθισα στην καρεκλα και κοιταξα μηχανικα τις μποτες μου. Ήταν ακόμα γυαλισμενες απο τη γλωσσα του σκυλου. Εκεινη τη στιγμη κατεφθασε η σερβιτορα και με ρώτησε τι θα παρω. Της ειπα το ποτο που ηθελα. Εφυγε. Κοιταξα παλι γυρω . Πιο καλα αυτη τη φορα γιατί τα ματια μου ειχαν εξοικειωθεί στο μισοσκόταδο. Δεν υπηρχε κανεις. Μονο η σερβιτορα κι εγω. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυναμη και χτύπησε πισω στον τοιχο. Καταλαβα οτι εξω ειχε σηκωθει δυνατος αερας με καταρρακτώδη βροχή. Η κοπελα εφερε το ποτο και το ακουμπησε στο τραπεζι απαλα.Το βλεμμα της επεσε στο σιδερικο. Δεν εδειξε καμμια εκπληξη. Γυρισε την πλατη και εφυγε. Σηκωσα το ποτηρι και το ηπια μονορουφι. Ζεσταθηκα λιγο. Με το χερι παρηγγειλα ακομη ενα. Αναψα ενα τσιγαρο και αρχισα να καπνιζω. Η σερβιτορα εφθασε με το ποτο. Το αφησε στο τραπεζι και χωρις να με κοιταξει αυτη τη φορα γυρισε και εφυγε. Το ηπια και αυτο μονορουφι. Μαζεψα το περιστροφο σηκωθηκα και πλησιασα στη μπαρα να πληρωσω. Αφησα ενα χαρτονομισμα και εσβησα το τσιγαρο σε ενα μεγαλο γυαλινο σταχτοδοχειο.


Η σερβιτόρα με κοιτούσε σαν να παρατηρούσε αυτή τη φορά με προσοχή κάθε κίνηση μου. Ρίχνοντας της μια τελευταία ματιά, γύρισα και προχώρησα προς την έξοδο. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα έξω. Ένα μείγμα παγωμένου αέρα και δυνατής βροχής με έλουσε. Σήκωσα τα πέτα του μπουφάν και ετοιμάστηκα να προχωρήσω προς το αυτοκίνητο, όταν είδα δεξιά μου το μαύρο σκυλί να κείτεται στο πεζοδρόμιο. Νομίζω ότι διέκρινα κάποιο νόημα στα μάτια του. Ήμουν έτοιμος να μη του δώσω σημασία και να φύγω, όταν παρατήρησα κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Στο μέτωπο του είχε ένα σκούρο σημάδι που δεν υπήρχε όταν το συνάντησα την πρώτη φορά, πριν λίγη ώρα. Έσκυψα και έβαλα το δάχτυλο πάνω στο σημάδι. Το δάκτυλο μου χώθηκε μέσα. Διαπίστωσα ότι ήταν μια τρύπα. Το τράβηξα έξω ξαφνιασμένος. Το έβαλα ξανά για να σιγουρευτώ. Ήταν πράγματι μια βαθιά τρύπα. Το ξανατράβηξα έξω και το κοίταξα. Δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη αίματος. Σηκώθηκα πάνω σαν ελατήριο και αφήνοντας το σκυλί ξαπλωμένο κάτω προχώρησα βιαστικά προς το περίπτερο. Τράβηξα δυνατά το γυάλινο παραθυράκι και κοίταξα με αγωνία μέσα, θέλοντας να εξακριβώσω αυτό που είχα στο μυαλό μου όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μια μεσήλικη κυρία καθόταν κάπνιζε και διάβαζε ένα περιοδικό. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε τρομαγμένη.



«Θέλετε κάτι κύριε;» με ρώτησε με ξαφνιασμένη φωνή.
«Που είναι ο γέρος;» τη ρώτησα κοφτά.
«Ποιος γέρος;»
«Ο γέρος που ήταν εδώ πριν από σένα ».
«Εδώ δεν υπάρχει κανείς γέρος».
«Άσε τα ψόφια και πες μου που είναι ο γέρος» είπα σε αυστηρό τόνο.
«Αφού σου εξήγησα ότι δεν υπάρχει κανείς γέρος εδώ».
Την κοίταξα καλά. Δεν ήξερα τι να κάνω.
«Σε ποιον ανήκει το περίπτερο;» την ξαναρώτησα.
«Το περίπτερο μας ανήκει εδώ και τριάντα χρόνια. Το έδωσε το κράτος στον πατέρα μου 
που ήταν τραυματίας πολέμου και μετά το βίαιο θάνατο του, το κληρονόμησα εγώ. 
Ο θεός να τον συγχωρέσει που μου άφησε αυτή την τρύπα και έτσι μπόρεσα να ζήσω 
με αξιοπρέπεια αλλιώς δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει» είπε βγάζοντας ένα αναστεναγμό
ανακούφισης και κάνοντας το σταυρό της.
«Πότε πέθανε ο πατέρας σου;»
«Πριν από εφτά χρόνια, θεός σχωρέστον» αποκρίθηκε κι έκανε πάλι το σταυρό της.
«Πως πέθανε;»
«Κάποιος τον πυροβόλησε ένα βράδυ. Του φύτεψε μια σφαίρα στο μέτωπο και μετά 
εξαφανίσθηκε. Πάντως δεν επρόκειτο για ληστεία ενώ ο δολοφόνος δεν βρέθηκε ποτέ»
Έμεινα να την κοιτάζω άναυδος. Μόλις βρήκα την ψυχραιμία μου τη ρώτησα.
«Παντρεμένη είσαι;».
«Όχι. Δυστυχώς δεν παντρεύτηκα ποτέ. Εδώ στάθηκα άτυχη. 
Ο μοναδικός άντρας που αγάπησα και με αγάπησε, έβαλε μόνος του τέλος στη ζωή του 
λίγο πριν περάσουμε τα σκαλοπάτια της εκκλησίας» αποκρίθηκε με θλιμμένο ύφος.
«Για ποιο λόγο αυτοκτόνησε;»
«Του είχε δημιουργηθεί έντονα η ιδέα ότι τον κυνηγούσε ένας σκύλος - φάντασμα» είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.
«Μιλάς σοβαρά;»
«Μιλώ για τον έρωτα της ζωής μου , είναι δυνατόν να μην μιλώ σοβαρά;»
«Δεν υπάρχει κανείς άλλος που να μένει μαζί σου;»
«Όχι απολύτως κανείς , είμαι ολομόναχη σε αυτό τον κόσμο».
Δεν είχα να πω κάτι άλλο. Ετοιμάστηκα να φύγω.
«Κανε υπομονή, όλο και κάποιος θα νοιαστεί για σένα» της είπα και γύρισα να φύγω.

Δεν μου απάντησε. Προχώρησα προς το αυτοκίνητο. Πριν βάλω μπροστά τη μηχανή έριξα μια τελευταία ματιά τριγύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Ακόμα και το σκυλί είχε γίνει άφαντο. Γύρισα τη μίζα. Η μηχανή μούγκρισε δυνατά σαν να ήθελε να αποδείξει με αυτό τον τρόπο τη δύναμη της. Πάτησα απότομα τέρμα το γκάζι. Το αυτοκίνητο όρμησε ασυγκράτητο μπροστά σχίζοντας με μίσος τη νύχτα. Λίγο πριν πάρω τη στροφή για να βγω στο κεντρικό δρόμο, ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στο αριστερό καθρεφτάκι μου φάνηκε ότι είδα ένα μεγαλόσωμο μαύρο σκυλί να στέκει στη μέση του δρόμου. Σάστισα για λίγο αλλά συνέχισα πατώντας το γκάζι με όση δύναμη είχε το πόδι μου. Το μοναδικό πράγμα που άφησα πίσω μου ήταν τα σημάδια του καουτσούκ που έμειναν στο δρόμο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου.


Συγγραφική επιμέλεια: Γιώργος Κάππα 
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)


Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ψάχνοντας την δικιά μου αλήθεια

Γράφει ο: Κostas leonardos 

Kάποτε ο Δίας αποφάσισε να κάνει ένα μεγάλο δώρο στον άνθρωπο. Πήρε λοιπόν το «κακόν» και το «καλόν» και τοποθετώντας τα σε ένα πιθάρι, τα ανάμειξε. Αυτό ήταν το ΜΕΓΑ δώρο του Διός προς όλη την ανθρωπότητα. Και ο άνθρωπος πλέον ήταν ελεύθερος να πράττει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Ύστερα ήρθε άλλος θεός, ο θεός του καλού και του κακού που έλεγε: «Κάνε το καλό και εγώ θα σε ανταμείψω». «Πότε Θεέ μού;» έλεγε ο άνθρωπος. «Μετά», έλεγε ο θεός. Ο άνθρωπος όμως έπεφτε συνεχώς σε αμαρτήματα γιατί ήταν στην φύση του. Αυτή που ο ίδιος ο θεός του είχε δώσει μέσα από την απόλυτη συνείδησή του, που όμως κάθε λίγο του μιλάει και του λέει: «Μη το κάνεις αυτό άνθρωπε, είναι το κακό, θα βρεθείς στα μονοπάτια της κολάσεως και εκεί θα σε περιμένει ο ίδιος ο Σατανάς που μόνο εγώ μπορώ να φανταστώ το τι θα μπορούσε να σου κάνει». Έτσι ο άνθρωπος από τότε είναι ακροβάτης σε ένα δικό του ψέμα και μια μοναδική δικιά του αλήθεια, σε έναν κόσμο πλασματικό αλλά πιο ανθρώπινο, μιας και οι θεοί φαίνεται ότι εγκατέλειψαν ετούτο τον κόσμο, αφήνοντας μας απλούς ανθρώπους. Έτσι ξεκίνησα και εγώ μαζί με την βοήθεια της έρευνας της Μαριλένας Καβαζή ψάχνοντας για την δικιά μου Οδύσσεια σε μια Αλήθεια, ίσως στο μονοπάτι που μπορεί να σου δείξει έναν δικό σου δρόμο για έναν ακόμα χαμένο μας παράδεισο, έτσι κοιτώ ανάμεσα σε διάφορες θρησκείες, που υπόσχονται για την σωτηρία της ψυχής μας. Οκτώ πρεσβευτές θρησκειών, δίνουν τις δικές τους ερμηνείες στην αλήθεια,ανακαλύπτοντας μέσα από όλους αυτούς, τις διαφορές, τις ομοιότητες, αλλά και τις αντιφατικές πραγματικότητες.

Ιουδαϊσμός - Ιάκωβος Ντ. Αράρ - ραβίνος της Αθήνας

Ραβίνε, πώς μπορώ να πάω στον Παράδεισο;

«Εμείς δεν πιστεύουμε στην Κόλαση και στον Παράδεισο. Το μπέρδεμα και η σύγχυση ξεκινά ακριβώς από την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να εννοήσει τι γίνεται μετά θάνατον. Ο ιουδαϊσμός σε αυτό το σημείο παροτρύνει να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια που τείνει να εξηγήσει το τι γίνεται μετά, καταδικάζει τη φαντασία που οργιάζει γύρω από το θέμα και απαγορεύει την παρακολούθηση ερευνών, νεκρομαντειών και λοιπόν επικίνδυνων θεωριών για τη μετά θάνατον ζωή. Συμβουλεύει, αντιθέτως, να ασχοληθούμε με πράγματα γόνιμα και δημιουργικά όχι με ασαφείς έρευνες. Πρέπει να ερευνήσουμε τα πράγματα που μπορούμε να συλλάβουμε: αυτό που είναι ορατό μπροστά μας, ακολουθώντας τους νόμους που μας δόθηκαν στο όρος Σινά και είναι μέσα στο Τορά. Ολη μας η προσπάθεια πρέπει, λοιπόν, να πηγαίνει στο πώς θα βρούμε τον τρόπο να ζούμε μια ζωή τίμια, ενάρετη, δίκαια, μια ζωή που πραγματικά θα χαίρεται κανένας να τη ζει, όχι να την φοβάται. Ετσι δεν χρειάζεται να κοιτάμε ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα πίσω αλλά ούτε και προς τα κάτω: μόνο μπροστά, ακολουθώντας το γράμμα του Θεού. Αλλωστε, ο καλός εβραίος κρίνεται πάνω απ’ όλα από τη συμπεριφορά του. Ούτε από τις γνώσεις του, ούτε από τη θρησκευτικότητά του: κρίνεται από τις πράξεις του. Ο ιουδαϊσμός είναι κυρίως ένας τρόπος ζωής».

Γιατί όμως δεν ασχολείστε με αυτό το θέμα;

«Διότι ο άνθρωπος μπορεί όντως να πετύχει -κυρίως στον τεχνικό τομέα- εξαιρετικά πράγματα: το βλέπουμε κάθε μέρα με τις ανακαλύψεις του, που είναι τόσες που πια δεν τις προλαβαίνουμε! Αλλά και πάλι δεν μπορεί να τα πετύχει όλα, να τα καταλάβει όλα: δεν μπορεί το περιορισμένο -που είναι το ποσοστό της φαιάς ουσίας που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος- να συλλάβει το απεριόριστο, που είναι ο Θεός. Η πραγματική ουσία του Θεού μένει άγνωστη. Δεν ξέρουμε ούτε την αρχή ούτε το τέλος Του. Το ότι υπάρχει όμως η αθανασία της ψυχής, υπάρχει. Απλώς ανήκει, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στη θεϊκή σφαίρα…» Ιουδαϊσμός είναι η παραδοσιακή θρησκεία των ανά τον κόσμο εβραίων με περίπου 15 εκατομμύρια πιστούς. Θεωρείται η πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία, παρακλάδια της οποίας είναι ο χριστιανισμός και ο μωαμεθανισμός. Στις αρχές του 20ού αιώνα και μετά τις προσαρτήσεις εδαφών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) ο αριθμός των εβραίων της Ελλάδας έφθανε τους 100.000. Ωστόσο, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ισραηλιτικές κοινότητες της Ελλάδας αποδεκατίστηκαν, καθώς η πλειοψηφία των μελών τους δολοφονήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου. Οι απώλειες έφτασαν το 87% του προπολεμικού εβραϊκού πληθυσμού της Ελλάδος, από τα υψηλότερα ποσοστά της Ευρώπης. Σήμερα, οι εβραίοι της Ελλάδας αριθμούν 5.500 άτομα και είναι οργανωμένοι σε 8 εβραϊκές κοινότητες. «Να ζεις μια ζωή που πραγματικά θα χαίρεσαι και όχι να τη φοβάσαι».


βουδιστης Λάμα (Σταμάτης Πολίτης)

 Τι γίνεται όταν πεθαίνει ένας βουδιστής;

«Στο βουδισμό υπάρχει η έννοια της συνέχειας. Ολα είναι μια συνεχής εναλλαγή. Και ο θάνατος είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, μια “στάση” λίγο πριν τον επόμενο κύκλο. Σύμφωνα με τη βουδιστική παράδοση ο νεκρός έχει πέσει σε κάτι σαν έναν βαθύ ύπνο και βιώνει διάφορες εμπειρίες. Τότε μπορεί να δει αυτά που χρόνια διαλογιζόταν σαν απόλυτη εμπειρία: να βιώσει την απόλυτη αλήθεια. Ο ύπνος κρατά 3,5 μέρες – μετά τον ξυπνά η συνείδησή του. Η συνείδησή μας είναι κάτι σαν τον σκληρό μας δίσκο: υπάρχει μέσα μας, σαν μια δύναμη. Οταν η δύναμη αυτή δραστηριοποιείται, “ξυπνά” αυτόν που ονομάζαμε “νεκρό”, ο οποίος τώρα αντιλαμβάνεται ότι έχει πεθάνει, συνειδητοποιεί ότι έχει αφήσει το σώμα του. Φυσικά η φάση αυτή εμπεριέχει μεγάλη αίσθηση οδύνης, λόγω της απώλειας του οικείου, επειδή έχει ξεκολλήσει από ό,τι ξέρει και αγαπά. Είναι πρωτόγνωρο, σοκαριστικό, γεννά τρομερή ανασφάλεια».

Ποιος καθορίζει το πού θα πάμε;

«Από τη μέρα που η συνείδηση του νεκρού ξυπνά ξανά, και μέσα σε 49 ημέρες, γίνεται η επόμενη επαναγέννηση. Ο,τι πούμε, κάνουμε ή σκεφτούμε στη ζωή αυτή δημιουργεί μια αιτία. Κι η αιτία αυτή θα δώσει ένα αποτέλεσμα. Μια θετική αιτία, μια θετική, ας πούμε, πράξη, θα δημιουργήσει ένα θετικό αποτέλεσμα στη ροή της συνείδησης. Κάθε φορά που κάνουμε μια πράξη, το δυναμικό που παίρνουμε διαφέρει. Αυτό το δυναμικό είναι το κάρμα. Αυτό δημιουργεί το καλούπι, τη μήτρα της επόμενης ζωής μας»..

Ποιες θεωρούνται «καλές πράξεις»;

«Ο,τι θετικό κάνουμε που δεν σχετίζεται με την ικανοποίηση του εαυτού μας. Συσσωρεύοντας μη εγωκεντρικές πράξεις μορφοποιούμε το καλούπι της επόμενης ζωής. Ο ζηλόφθονας ή πανούργος φτιάχνει ένα άλλο καλούπι…Δεν μας κρίνει κανένας αλλά ούτε μας βοηθά κανένας. Ο,τι έχουμε οι ίδιοι μαζέψει στη διάρκεια της ζωής μας είναι η “προίκα” μας για μετά. Στη βουδιστική παράδοση δεν θεωρούμε ότι υπάρχει κάποιος Θεός-δημιουργός. Την εξέλιξη τη φτιάχνει ο καθένας και τη δημιουργεί κάθε στιγμή. Ετσι, δεν λογοδοτούμε σε κανέναν. Αν και δεν αρέσει στους ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν πάντα να έχουν τον έλεγχο, μπορούμε σχηματικά να πούμε πως η μεταθανάτια φάση είναι σαν μια βαρκούλα με ένα πανί, όπου υπάρχει αεράκι αλλά δεν υπάρχει τιμόνι. Η βαρκούλα είναι η συνείδησή μας. Το αεράκι είναι η δύναμη των πράξεών μας. Εφόσον δεν υπάρχει πλέον τιμόνι, γιατί κι εμείς δεν έχουμε πια χέρια ή πόδια, οδηγούμαστε εκεί που μας πάει το αεράκι. Αυτό το αεράκι, λοιπόν, το κάρμα μας, μας οδηγεί στην επόμενη επαναγέννηση. 
Το κάρμα δεν είναι μια τυχαία μοίρα, αλλά κάτι που δομείται σύμφωνα με τις πράξεις, τις σκέψεις ή το λόγο μας. Είναι αυτό που οι Ελληνες ονομάζουμε “θα θερίσεις ό,τι σπείρεις”, ή “όπως έστρωσες θα κοιμηθείς”». Ο βουδισμός είναι μια θρησκεία βασισμένη στη διδασκαλία του Siddhartha Gautama, γνωστού και ως Βούδα (Πεφωτισμένος). Ο Βούδας γεννήθηκε στην περιοχή του Νεπάλ περίπου το 500 π.Χ. ως πρίγκιπας. Στη ηλικία των 29 ετών, όμως, εγκατέλειψε τις ανέσεις του βασιλικού οίκου για να αναζητήσει το νόημα της οδύνης που αντίκριζε γύρω του.
Σήμερα, υπολογίζεται πως υπάρχουν πάνω από 265 εκατομμύρια βουδιστές παγκοσμίως, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός τους εκτιμάται ότι βρίσκεται κάπου μεταξύ πέντε και δέκα χιλιάδων.
Ο Σταμάτης Πολίτης έχει αφιερώσει τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του στη μελέτη της θιβιετανής βουδιστικής παράδοσης. Υστερα από τρεισήμισι χρόνια απόλυτης απομόνωσης στο εξωτερικό και άλλα δέκα χρόνια ημιαπομόνωσης στην Ελλάδα χρίστηκε λάμα από μια σημαντική δασκάλα, τη Μιντρολίνγκ Τζέτσουν. «Το κάρμα δεν είναι μια τυχαία μοίρα, αλλά το “θα θερίσεις ό,τι σπείρεις”».


(Πάτερ Παναγιώτης Κανταρτζής) Α’ Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών

Πάτερ, τι πρέπει να κάνω για να πάω στον Παράδεισο;

«Τίποτα! Η χριστιανική πίστη λέει ότι τα έκανε όλα ο Θεός. Λέει ότι ο Θεός ήρθε μέσω του Χριστού στη θέση μας και πλήρωσε Εκείνος την ενοχή μας. Αρα με αυτή την έννοια δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να πας στον Παράδεισο. Δεν χρειάζεται να είμαι καλός, να προσπαθώ, να δείχνω: αφού ξέρω ότι δεν είμαι καλός! Ή τουλάχιστον αρκετά καλός! Ή αν νομίζω ότι είμαι καλός, ε, μάλλον τότε έχω άλλου είδους προβλήματα… Οι κανόνες, οι ηθικοί, τα μη και τα πρέπει του θείου θελήματος είναι σαν τις ράγες του τρένου πάνω στις οποίες πρέπει να κινούμαστε. Ο άνθρωπος τι κάνει; Τις σηκώνει και τις ανεβάζει ψηλά να φτιάξει σκάλα για τον ουρανό. Και αρχίζει να σκαρφαλώνει… Ετσι παίρνει κάτι καλό και το μετατρέπει σε κάτι προβληματικό. Διότι σκαρφαλώνοντας λέει εγώ θα κάνω αυτό και εκείνο και θα βελτιωθώ, μέσω της αγαθοεργίας, της στέρησης, του ασκητισμού κτλ. Μα Αυτός τα έκανε ήδη όλα για μας! Απλώς ο άνθρωπος δυσκολεύεται πάρα πολύ να δεχτεί κάτι τέτοιο επειδή τον ταπεινώνει. Γι’ αυτό και πολλοί επιλέγουν τη θρησκεία και όχι τον χριστό. Ρωτάνε «πες μου τι να κάνω, και θα το κάνω!». Γιατί στο τέλος αυτό τους κάνει να νιώθουν καλά. Το να μπορούν να πουν δες, προσπάθησα, τα κατάφερα. Νομίζουν ότι ο Παράδεισος είναι επιβράβευση. Ε, λοιπόν, ο Παράδεισος δεν είναι επιβράβευση: είναι ένα δώρο. Θυμηθείτε τον ληστή πάνω στον σταυρό. Τι πρόλαβε να δείξει και να αποδείξει στον Χριστό που τον έσωσε; Το μόνο που του είπε ήταν “τα έκανα θάλασσα, άξια βρίσκομαι εδώ, σώσε με, ρίχνομαι στο έλεός σου”. Αρα κανείς δεν πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός τον φέρνει εκεί. Και αυτό στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι μια πολύ σημαντική λέξη για μας, λέγεται “Πίστη”».

Πάτερ, έχετε διαβάσει το πρόσφατο βιβλίο του Γιάλομ για το θάνατο;

«Ναι, και μου αρέσει πολύ ο Γιάλομ. Εχω διαβάσει όλα τα βιβλία του, αν και το “Οταν έκλαψε ο Νίτσε” μου άρεσε παραπάνω. Ο Γιάλομ όμως αυτό που κάνει σε αυτό το βιβλίο είναι ότι παραδέχεται πως δεν υπάρχει καμία επαρκής ανθρώπινη απάντηση απέναντι στο φόβο του θανάτου. Ουσιαστικά λέει “ξέχασέ τον”. Είναι σαν να λες σε κάποιον “τώρα μην έχεις άγχος”. Μα αφού έχει! Του λέει γιατί δεν ξεχνάς το φόβο του θανάτου; Μα αυτός ο φόβος είναι ριζωμένος μέσα μας επί χιλιάδες χρόνια. Να δεχθούμε ότι είναι μια απλή ψυχωτική ανωμαλία και να τελειώνουμε με το ζήτημα; Θεωρώ, λοιπόν, πως ο Γιάλομ δεν λέει τίποτα παραπάνω από το τραγούδι «μια ζωή την έχουμε, και αν δεν την γλεντήσουμε» – απλώς το λέει πιο επιστημονικά! Δεν απαντά. Προτείνει να μη σκεφτόμαστε την ερώτηση. Και αυτό είναι ασφαλώς δεκτό, αλλά προσωπικά το εκλαμβάνω μόνο ως μηχανισμό άμυνας και ως υπεκφυγή». Ο προτεσταντισμός εμφανίστηκε το 16ο αιώνα στη Γερμανία, με πρωτεργάτη τον μοναχό Μαρτίνο Λούθηρο. Ο Λούθηρος, μελετώντας την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, διαφώνησε με τα «συχωροχάρτια» που μοίραζε το Βατικανό, πεπεισμένος πως η σωτηρία της ψυχής είναι αποτέλεσμα της Θείας Χάριτος και της πίστης, όχι των αγαθοεργιών. Οι 95 θέσεις του κατόπιν αποτέλεσαν μια ευθεία επίθεση κατά του παπισμού. Οι προτεστάντες σε όλο τον κόσμο υπολογίζονται σε 382 εκατ. πιστούς ενώ οι Έλληνες ευαγγελικοί είναι περίπου 30.000, αλλά ο αριθμός τους αυξάνει πολύ αν προσμετρηθούν οι μετανάστες που ανήκουν σε διάφορα παρακλάδια της Ευαγγελική Εκκλησίας. «Κόλαση», μας λέει ο Παναγιώτης Κανταρτζής, «είναι η απουσία του Θεού. Η Λίμνη Πυρός της Αποκάλυψης είναι μόνον μια εικόνα. Κάτι ωστόσο θα μας καίει…». «Κανείς δεν πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός τον φέρνει εκεί».


Σιχισμός (Παραμτζίτ Σινγκού) - ινδός ιερέας των σιχ

Υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος;

«Οχι, εμείς πιστεύουμε πως μετά το θάνατο ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν, όπως μια σταγόνα νερό ενώνεται με τον ωκεανό. Η ατομικότητα, δηλαδή, χάνεται. Και δεν πιστεύουμε στην Κόλαση και στον Παράδεισο: και τα δύο είναι εδώ μπροστά μας. Τον Παράδεισο μπορεί να τον βιώσει κανείς όσο ακόμα είναι ζωντανός, αν συντονιστεί με τον Θεό. Αντίστροφα, ο πόνος και τα βάσανα που προκαλεί το εγώ μας είναι η επί γης Κόλαση. Ετσι, ο σιχισμός βλέπει την πνευματική αναζήτηση ως μια καθημερινή θετική εμπειρία που υπερβαίνει το θάνατο, όχι ως θυσία που γίνεται για να ανταμειφθεί κανείς μετά από αυτόν. Επίσης, υπερασπιζόμαστε τη μετενσάρκωση, την ιδέα ότι το ίδιο πνεύμα μπορεί κυκλικά να επανέρχεται στη ζωή πολλές φορές, όπως η σταγόνα νερού μπορεί πολλές φορές να εξατμιστεί και να ξαναγίνει νερό, ή όπως ένα άτομο μπορεί να συμμετέχει στην ολοκλήρωση πολλών και διαφορετικών μορίων».

Ενθαρρύνετε τους πιστούς σας να διερευνούν αυτή τη μετά θάνατο εξέλιξη;

«Οχι και τόσο, κυρίως γιατί ο σιχισμός είναι μια θρησκεία που ενδιαφέρεται πάνω από όλα για τη ζωή, για τον κόσμο στον οποίο τώρα ζούμε. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με παλιότερα μοναστικά κυρίως πιστεύω που επικεντρώνονταν κατά βάση στη μετενσάρκωση και στη μετά το θάνατο επαναγέννηση. Εμείς ενθαρρύνουμε τους πιστούς μας να επικεντρώνονται όσο γίνεται σε αυτή τη ζωή, και όχι να αναρωτιούνται γύρω από το τι θα τους συμβεί αφού πεθάνουν. Η ζωή, βλέπετε, είναι μια σπάνια και πολύτιμη ευκαιρία που δεν πρέπει να σπαταλάμε…» Ο σιχισμός ιδρύθηκε από τον γκούρου Νάνακ στις αρχές του 16ου αιώνα σε μια προσπάθεια να ενώσει τα καλύτερα στοιχεία του ινδουισμού και του ισλαμισμού. Θεωρούσε πως επειδή υπάρχει μόνο ένας Θεός, πρέπει όλοι να είμαστε αδέλφια. Σήμερα αποτελεί τη θρησκεία περίπου 22 εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο μεγαλύτερος ναός των σιχ -που στη γλώσσα χίντι σημαίνει μαθητής- στην Αθήνα βρίσκεται στον Ταύρο, σε ένα τετραώροφο βιομηχανικό κτήριο. Εκεί διατίθεται συσσίτιο, κρεβάτια για τους ταξιδιώτες, ενώ τις Κυριακές μαζεύονται πάνω από 500 πιστοί για την ακολουθία. Ωστόσο, αν και στην Ελλάδα ζουν περίπου 20.000 Ινδοί, το 80% των οποίων είναι σιχ, μόλις 3.000 μένουν στην Αθήνα: οι περισσότεροι ζουν στην επαρχία, καθώς εργάζονται σε χωράφια και αγροτικές καλλιέργειες.  «Εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση εδώ».


Μορμόνοι (Γιάννης Γαλανός)
πρόεδρος της Εκκλησίας των Αγίων των Τελευταίων Ημερών

Πού πάμε μετά από δω;

«Για να καταλάβουμε πού πηγαίνουμε μετά, πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε από πού ήρθαμε και το γιατί είμαστε εδώ. Αυτές είναι οι τρεις ερωτήσεις που απασχολούν, νομίζω, όλη την ανθρωπότητα. Εμείς πιστεύουμε πως είμαστε πνευματικά παιδιά ενός επουράνιου πατέρα. Οταν ζούσαμε μαζί του ήμασταν σε έναν κόσμο πνευμάτων, δεν είχαμε σώμα. Αλλά ο Πατέρας μας είχε σώμα, από σάρκα και οστά και μας αγαπούσε τόσο πολύ που ήθελε να γίνουμε σαν Εκείνον. Μας πρότεινε λοιπόν έναν Σχέδιο Σωτηρίας. Αυτοί που το ακολούθησαν ήρθαν σε αυτή εδώ τη γη. Οταν θα πεθάνουμε αυτό το σώμα που έχουμε, το ατελές, θα πάει κάτω στο χώμα, να το φάνε τα σκουλήκια. Αλλά η ψυχή μας, που είναι αθάνατη, θα γυρίσει στον κόσμο των Πνευμάτων. Το πώς θα ζήσουμε τη ζωή μας σε αυτό το σύντομο μεσοδιάστημα πάνω στη γη, είναι αυτό που μετράει και καθορίζει το μετά…»

Και τι θα γίνει στον κόσμο των Πνευμάτων;

«Εκεί, όσοι δεν έχουν ακούσει για τον Χριστό, θα διδαχθούν. Επίσης, όσοι έχουν ζήσει μια καλή ζωή, ανεξαρτήτως θρησκείας, αν ζούσαν δηλαδή πιστοί στους ηθικούς νόμους που γνωρίζανε, θα είναι στον Παράδεισο. Δεν θα νιώθουν να τους βαραίνουν ανομίες. Αυτοί όμως που δεν έζησαν σύμφωνα με τους πνευματικούς τους νόμους θα βιώνουν μια όλαση, όχι εξωτερική αλλά εγκεφαλική…
Εκεί θα περιμένουμε όλοι, λοιπόν, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Διότι ο Χριστός θα έρθει για 1.000 χρόνια να βασιλέψει και να νικήσει τον Σατανά. Οσοι ήταν καλοί, θα αναστηθούν στην αρχή αυτής της χιλιετίας. Οσο πιο κακός ο άνθρωπος, τόσο πιο αργά θα αναστηθεί: για να έχει το χρόνο να μάθει και να αλλάξει. Στο τέλος, θα σταθούμε μπροστά στον Χριστό για να μας κρίνει. Και το μεγαλύτερο δώρο Του είναι πως αυτοί που τότε θα έχουν ζήσει μια καλή ζωή, αυτοί θα μπορέσουν τελικά να ξαναενωθούν με τις οικογένειές τους. Με αυτό κατά νου, ο κόσμος δεν θα χρειάζεται πια να φοβάται το θάνατο. Διότι ξέρω πως αν πεθάνω και έχω ζήσει μια καλή ζωή, τη γυναίκα μου, με την οποία έχω ενωθεί στον ιερό ναό της Εκκλησίας μας και την οποία αγαπώ μια ολόκληρη ζωή, το ξέρω ότι θα ξαναενωθώ μαζί της. Οπως και με όλα μου τα παιδιά και τα εγγόνια. Μια αιώνια ζωή χωρίς αυτούς, άλλωστε, δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα…»

Ποιοι θεωρούνται «καλοί άνθρωποι»;

«Αυτοί που ασχέτως θρησκείας κάνουν μια καλή ζωή βοηθώντας τους άλλους. Ξέρω πολλούς βουδιστές, μουσουλμάνους, χριστιανούς από άλλες εκκλησίες και άθεους που ζουν καλές και τίμιες ζωές. Ευτυχώς εμείς δεν θα χρειαστεί να δικάσουμε κανέναν. Θα το κάνει ο Θεός. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να ζήσουμε την καλύτερη ζωή που μπορούμε να ζήσουμε: να φερόμαστε καλά και να τιμούμε όλη την οικογένειά μας, να μην κλέβουμε, να μην σκοτώνουμε και να προσπαθούμε συνέχεια για το καλύτερο». Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών είναι μια αίρεση του προτεσταντισμού που ιδρύθηκε το 1830 από τον Τζόζεφ Σμιθ στη Νέα Υόρκη, ο οποίος θεωρείται από τους πιστούς της ως προφήτης. Τα μέλη της βασίζουν τη διδασκαλία τους στην Αγία Γραφή και στο Βιβλίο του Μόρμον. Παγκοσμίως αριθμούν περισσότερα από 13 εκατομμύρια μέλη, ενώ στην Ελλάδα ζουν περίπου 500 πιστοί της. Ο πρόεδρος της Εκκλησίας στην Ελλάδα είναι ο ελληνοαυστραλός Ιωάννης Γαλανός που ήρθε στη χώρα μας μαζί με τη σύζυγο του σε ιεραποστολή. Παρότι οι μορμόνοι αυτοπροσδιορίζονται χριστιανοί, η Εκκλησία τους θεωρείται «περιθωριακή» από τις επίσημες χριστιανικές Εκκλησίες. 
«Οσο πιο κακός είσαι τόσο πιο πολύ θα αργήσεις να αναστηθείς».


Ισλαμ (Ζακρέμ Αχίντ) πακιστανός ιμάμης

Πού πάει ένας μουσουλμάνος όταν πεθάνει;

«Οταν κάποιος πεθάνει δεν απομακρύνεται από τον Αλλάχ, απλώς αρχίζει η άλλη του ζωή. Αν ο μουσουλμάνος αυτός υπήρξε πιστός, η ψυχή του πάει στην Jannah, δηλαδή στον Παράδεισο. Ο Παράδεισος είναι το πιο όμορφο μέρος, όμοιο του οποίου δεν έχει ποτέ κανείς δει! Είναι γεμάτο φως και δόξα, με ποτάμια από μέλι και νερό και όπου ό,τι και αν σκεφτείς πως θέλεις, θα έρθει και θα ακουμπήσει μπροστά σου, πριν ακόμα το πεις, πριν το αναζητήσεις, φτάνει μόνο να το σκεφτείς…»

Πώς μπορώ να πάω σε αυτόν τον Παράδεισο;

«Αν κάνεις καλές πράξεις, αν βοηθάς τους ανθρώπους όπου μπορείς, αν είσαι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη. Πρέπει επίσης να προσεύχεσαι στο Θεό και να πιστεύεις όλους τους προφήτες. Και αν καταλάβεις το πραγματικό νόημα του ισλάμ, αν πιστεύεις στ’ αλήθεια και κάνεις ό,τι επιτάσσει το ισλάμ, δεν θα φοβάσαι πια το θάνατο. Διότι σε αυτόν τον κόσμο ερχόμαστε γυμνοί χωρίς τίποτα. Επίσης όταν φεύγουμε μετά από 10, 50 ή 100 χρόνια ό,τι και αν έχουμε αποκτήσει στο ενδιάμεσο -παιδιά, οικογένεια, πλούτη- όλα τα αφήνουμε και πάλι πίσω και ξαναφεύγουμε με άδεια χέρια. Το μόνο που παίρνουμε μαζί μας, το μόνο που θα μας χρειαστεί εκείνη τη στιγμή, είναι οι καλές μας πράξεις και η αγάπη που θα έχουμε δείξει».

Η Κόλαση;

«Ναι, υπάρχει! Πάντα υπάρχουν δύο δρόμοι: όταν ο Δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο τον έκανε να έχει δύο δρόμους, τον καλό και τον κακό. Αν κάνεις πράξεις κατά των ανθρώπων, κατά της αγάπης και δεν βοηθάς τους συνανθρώπους σου τότε, ναι, θα πας στην Κόλαση. Και εκεί οι φλόγες καίνε 70 χιλιάδες φορές πιο καυτές από την κανονική φωτιά, αιώνια…» Το ισλάμ είναι μια μονοθεϊστική θρησκεία η οποία διαμορφώθηκε με το κήρυγμα και τη δράση του Προφήτη Μωάμεθ στις αρχές του 7ου αιώνα. Η λέξη ισλάμ σημαίνει υποταγή, υποδηλώνοντας την απόλυτη υποταγή στον Θεό, ενώ το Κοράνι είναι το θεμέλιο της θρησκείας αυτής. Παγκοσμίως εκτιμάται ότι υπάρχουν 1,4 δισ. μουσουλμάνοι. Το ισλάμ έτσι θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία μετά το χριστιανισμό. Στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ζουν περίπου 100.000 ενώ στην Αθήνα 700.000 μουσουλμάνοι διάφορων εθνικοτήτων. Πάνω από 400 πακιστανοί πιστοί του κέντρου της Αθήνας συγκεντρώνονται στον ειδικά διαμορφωμένο ισόγειο χώρο στην οδό Αχαρνών, όπου ιμάμης είναι ο Ζακρέμ Αχίντ. Το τζαμί αυτό αποτελεί σημείο συνάντησης. 
«Στην Κόλαση οι φλόγες είναι 70.000 φορές πιο καυτές από την κανονική φωτιά»


Καθολικισμός (Πάτερ Ιωάννης) καθολικός ιερέας του Ιερού Ναού Αγίου Παύλου

Πώς πάμε στον Παράδεισο, πάτερ;

«Για τη μετά θάνατον ζωή δεν μπορώ να σου μιλήσω αν δεν είσαι χριστιανή. Δεν γίνεται. Ο άνθρωπος στη φύση του παίρνει τη φύση από τη φύση: άνδρας, γυναίκα, γονείς, γέννηση. Αυτό που επεμβαίνει μέσα στην παρουσία του ανθρώπου είναι το πνεύμα. Είναι το λεγόμενο κατ’ εικόνα κι ομοίωση του Θεού. Εσείς όταν μου δώσετε κάτι, δεν θα θελήσετε να το πάρετε πίσω; Ε, ο Θεός μου έχει δώσει το κατ’ εικόνα και ομοίωση, το οποίο ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ως ο ναός του Αγίου Πνεύματος. Πού θα πάει αυτό; Θα καταστραφεί όπως το σώμα; Ή θα επιστρέψει εκεί από όπου ήρθε; Δεν μπορείς να μιλάς για Παράδεισο λοιπόν, αλλά ούτε για Πάσχα, αν δεν πιστεύεις στη ζωή κοντά στον Χριστό».

Αν σας έλεγα ότι δεν πιστεύω, τι θα μου απαντούσατε για το μετά;

«Θα κοίταζα να δω τι αρχές έχεις. Αν είσαι της ύλης ή του πνεύματος. Αν ήσουν της ύλης, η ύλη καταστρέφεται μέσα στη γη. Ενας που πιστεύει μόνο στην ύλη -ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του-, αυτόν δεν μπορείς να τον πας μέσω συζήτησης παραπέρα, στο πνεύμα. Εχω αντιμετωπίσει τέτοια άτομα αρκετές φορές και κουβεντιάζοντας φτάνουμε ως ένα σημείο όπου απλώς μου λένε, “Πατέρα πολύ ωραία αυτά που λες” κι εγώ τους απαντώ “πολύ ωραία αυτά που λες κι εσύ” και τέλος. Οταν τον ρωτάς όμως, καλά το πνεύμα σου θες να καταστραφεί, εγωιστικά και μόνο σου απαντά όχι. Ετσι είναι ο άνθρωπος, ο ανθρώπινος εγωισμός. Το βλέπω όταν μιλάμε για καύση τον νεκρών. Ερχονται και μου λένε Πατέρα, να με κάψουν; Εμένα; Μόνο με την σκέψη υποφέρουν. Μα εκείνη τη στιγμή που θα σε κάψουνε δεν θα έχεις πια ζωή! Από τη φύση του ο άνθρωπος, αν θα δούμε τις διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες, έχει την τάση να δημιουργεί και να θέλει τον Θεό. Ενας που δεν πιστεύει, λοιπόν, στη μεταθανάτιο ζωή, δεν την ακουμπά καν. Δεν θα ρωτούσε τίποτα. Αρνείται κάτι που ξέρει γιατί απλούστατα δεν το θέλει. Δικαίωμά του. Αλλά εγώ θα προσπαθήσω να σου φέρω το μήνυμα. Διότι μπορεί να το ακούσεις και ίσως να ξαναγυρίσεις. Θα με βρεις εδώ. Γιατί αυτός είναι ο Χριστός: πάντα σε περιμένει».
Η Καθολική ή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι η πολυπληθέστερη χριστιανική Εκκλησία του κόσμου, με συνολικό αριθμό πιστών που ξεπερνά τα 1,2 δισ. Κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας είναι ο πάπας, ο επίσκοπος Ρώμης, με τωρινό τον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’.
Στη χώρα μας ο αριθμός των πιστών έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια από την έλευση καθολικών μεταναστών, ιδίως Πολωνών, Ρουμάνων και Φιλιππινέζων. Ετσι, ενώ οι έλληνες καθολικοί υπολογίζονται στους 50.000, πλέον ο συνολικός αριθμός των εν Ελλάδι καθολικών ξεπερνά τις 200.000. «Για τη μετά θάνατον ζωή δεν μπορώ να σου μιλήσω αν δεν είσαι χριστιανή»


Ορθοδοξία (Πάτερ Νικόλαος Λουδοβίκος) καθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης

Πώς πάμε από δω στον Παράδεισο;

«Ποτέ δεν με ένοιαξε το ερώτημα. Το είπε και ο Νίτσε: δεν έχει σημασία η αιώνια ζωή, αλλά η αιώνια ζωτικότητα. Να το θέσω καλύτερα: δεν με ενδιαφέρει η αιώνια επιβίωση ενός κομματιού της ύπαρξής μου, της ψυχής μου, στο χρόνο. Διότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω αιώνια ύπαρξη, ότι θα έχω σωματικότητα: ότι θα μπορώ να χαίρομαι, να αγαπώ, να απολαμβάνω ψυχοσωματικά τους άλλους…
Το γεγονός αυτό, ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μόνο η ψυχή, είναι άλλωστε και η ανθρωπιστική επανάσταση του χριστιανισμού. Πριν από αυτόν ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα τάφο της ψυχής και ο Σωκράτης χαιρόταν πριν πεθάνει γιατί έτσι θα ελευθερωνόταν η ψυχή του…
Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτό, στον χριστιανισμό από τον 1ο κιόλας αιώνα το λεγόμενο “κατ’ εικόνα” ίσχυε και για το σώμα, που οντολογικά ήταν ίσο πια με την ψυχή. Ο χριστιανισμός μίλησε για το “όλον” αυτού, την πρώτη ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου. Αν και η βιβλική έννοια της ψυχής σημαίνει όντως το “όλον”, σε ολόκληρη τη Δύση μέσω του Αυγουστίνου δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει αυτή η διάσταση. Στη Δύση επικράτησε το cogito ergo sum, όχι π.χ. το ερωτεύομαι άρα υπάρχω. Ομως, ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα: ολόκληρος. Γι’ αυτό άλλωστε και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν προκαλέσει τη μήνι των φιλοσόφων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν υλιστές. Και αυτό, αλήθεια, είναι ο χριστιανισμός: ένας ιερός υλισμός. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Και το σώμα είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναστηθεί. Διότι αν δεν αναστηθεί το σώμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν το έφτιαξε ο Θεός, ή δεν είναι αρκετά Θεός για να μπορεί να το σώσει…»

Αυτό πώς θα συμβεί;

«Με το θάνατο αυτό που είμαστε διαλύεται. Το σώμα, ως βαριά δομή, φθείρεται – η ψυχή ως λεπτή δομή και υλικό εκμαγείο του σώματος διατηρείται, διότι μόνο έτσι, μέσω του Θεού, μπορεί να “αναδημιουργηθεί” ο ίδιος άνθρωπος: αυτή είναι η περίφημη Ανάσταση Νεκρών. Αυτό μας το έδειξε ο Χριστός μέσω αυτού που γιορτάζουμε σήμερα, της Ανάστασής Του, αφού αυτός έχει δύο φύσεις: την ανθρώπινη που βίωσε τον πραγματικό θάνατο, και τη θεία, που ζωοποιεί και ο Θεός γίνεται η υπόσταση του φυσικού όντος το όποιο έτσι αφθαρτίζεται. Η Ανάσταση όλων θα συμβεί – το θέμα είναι αν αυτό θα σημαίνει και μετοχή στο Θεό (αυτό που λέμε Παράδεισο: την υπέρτατη δοτικότητα) ή απλή γνώση του Θεού χωρίς μετοχή, αυτό που λέμε Κόλαση. Και φυσικά τότε δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει αλλά ο άνθρωπος που διαλέγει αυτή την υπέρτατη φιλαυτία. Αυτά, τώρα, δεν είναι ιδεολογήματα. Την πληρότητα της Χάριτος ο πιστός την κατακτά βλέποντας την ομορφιά, τη βεβαιότητα πέραν του θανάτου. Διότι ο χριστιανισμός πέραν από ιερός υλισμός είναι ένας εμπειρισμός…» Ορθόδοξη Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποκαλείται το σύνολο των αυτοκέφαλων και αυτόνομων χριστιανικών Εκκλησιών που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από Συνόδους, έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Ως αφετηρία τους αξιώνουν τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους του, μέσω της συνεχούς αποστολικής διαδοχής. Σήμερα ο συνολικός αριθμός των ορθοδόξων υπολογίζεται περίπου σε 300 εκατομμύρια χριστιανούς. Οι όροι ορθόδοξος – ορθοδοξία έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά, στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο, προκειμένου να υποδείξουν τις κοινότητες, ή τα άτομα, που διατήρησαν την αληθινή πίστη, σε αντιδιαστολή με εκείνους που κηρύχτηκαν αιρετικοί.
«Ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα, ολόκληρος – ψυχή τε και σώματι».


Σαν Κώστας πάντα πιστεύω σε όλες τις μοναδικές και ξεχωριστές αλήθειες.
Σε όλες εκείνες που μπορεί να μιλάει το μυαλό της σκεπτόμενης λογικής, 
πιστεύοντας όμως και πάντα στην άκρη της σκέψεις μου. 
Στο θαύμα του ακατόρθωτου παραλόγου, εκεί που και το μικρό 
γίνεται μεγάλο και το γνωστό χάνετε στην αφάνεια του άπειρου.
Όπου και αν πιστεύεις όμως , ότι και αν είναι αυτό, την μόνη πραγματική 
αλήθεια σου, θα την βρεις μέσα σου, στον ίδιο τον εαυτό σου.
Εκείνος θα σου δείξει τον λόγο της υπάρξεως σου σε αυτόν τον κόσμο.


θρησκευτική έρευνα: Μαριλένα Καβαζή  
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)






Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Στην μαγεία μας

Γράφει ο: Kostas leonardos 

………………ℒℴѵℯ…………ℒℴѵℯ                                ...................Στην μαγεία
…………..ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ….ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ                       ....................της καρδίας σου
…………ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ                      ....................Στην μαγεία
………….ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ ℒℴѵℯ                  ....................του μυαλού μου
…………..ℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯ              ....................Στο κορίτσι που αγάπησα
………………ℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯ                    ....................μα έδιωξα μακριά μου
………………..ℒℴѵℯℒℴѵℯℒℴѵℯ                    ....................Έμεινε όμως βαθιά χαραγμένη
……………………ℒℴѵℯℒℴѵℯ                               ....................πάνω στην δικιά μου
………………………ℒℴѵℯ                                                 ....................σκέψη

Μια ψυχή δε φυλακίζεται παρά μόνο σ' ένα σώμα...


Καλλιτεχνική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)



Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Ο βροχερός Νοέμβρης και ένα χαμένο όνειρο


Γράφει ο: Κostas leonardos        

Γυρίζω το βλέμμα μου κοιτώντας το ρολόι που ήταν στο τραπεζάκι, μισό στηριγμένο ανάμεσα από μια κορνίζα και ένα όμορφο σχεδιαστικά σκαλιστό γυάλινο βάζο, του οποίου τα λουλούδια που έχει μέσα, φαίνονται μαραμένα και χωρίς άρωμα μέσα στο αποπνικτικό μικρό δωμάτιο. Η ώρα δείχνει 2:38 ξημερώματα Τετάρτης. Έξω από τα παντζουρόφυλλα ο αέρας λυσσομανάει και χτυπάει με ένα ρυθμικό τόνο, πάνω στις ήδη βρεγμένες γρίλιες της εξώπορτας. Η σκέψη μου στο απέραντο σκούρο χρώμα του ουρανού που δεν άφηνε άλλα περιθώρια βελτίωσης στην σκέψη, μιας και γινόταν ακόμα πιο μαύρος, ακόμα πιο μουντός, σε μια ήδη μαύρη ψυχολογία του εγώ μου. Τα μάτια μου καρφωμένα στην οθόνη της τηλεόρασης, δεν έλεγαν να φύγουν από εκεί κι ας άκουγα μόνο τον ήχο από τις σταγόνες της βροχής. Έπεφταν ρυθμικά και ακόμα πιο γρήγορα με μανία λες και ήθελαν να περάσουν μέσα στην ζέστη του ανοιχτόχρωμου δωματίου. Μπορούσα να νιώσω ήδη το συναίσθημα ενός εγκλωβισμένου, αλλά ελεύθερου πολιορκημένου της φύσης, ταμπουρωμένος πίσω από τέσσερεις ασφαλείς τοίχους. Η ώρα όμως πέρναγε αμείλικτα και ένιωθα ότι πλήττω ακόμα πιο πολύ με αυτό το χαζοκούτι της τηλεόρασης που είχα μπροστά μου. Το μόνο που έχει να βάζει τέτοια ώρα είναι χαζά telemarketing, που ώρες ώρες, νιώθεις ότι απευθύνονται σε ανθρώπους με νοητικά καθυστερημένα αντανακλαστικά. Ο καφές και αυτός πλέον είχε γίνει πιο κρύος, αλλά με υδρατμούς να βγαίνουν στην ατμόσφαιρα του δωματίου, από την διαφορά εξωτερικής και εσωτερικής θερμοκρασίας.

Ο λαιμός μου φαίνεται να είναι λίγο καλύτερα, αυτές τις μέρες με έκανε να νιώσω πως είναι να είσαι αδύναμος και ανήμπορος στην κάθε αρρώστια της ζωής. Όμως η δύναμη πάντα θα πηγάζει από μέσα μας, γι’ αυτό και εγώ το έχω σαν την αρχή των πάντων. Εμείς είμαστε η δύναμη για όλα, εμείς και η αυτοκαταστροφή μας. Αν πεις δεν την παλεύω άλλο, τότε δεν θα την βγάλεις καθαρή. Αν όμως πεις ότι τίποτα δεν με λυγίζει, τότε θα έχεις φτάσει στο επίπεδο της νοητικής σκέψης του άτρωτου, του ισχυρού, της δύναμης της θελήσεως. Η ώρα όμως περνάει ακόμα πιο αργά πλέον στο βαρύ βλέμμα μου. Ίσως θα έπρεπε να είναι και ώρα για να κοιμηθώ, αλλά μου φαίνεται ότι δεν θα με πιάσει τόσο εύκολα ο ύπνος. Ο κακός δαίμονας του ξύπνιου και του ύπνου θα παλεύει πάντα σαν τον καλό με τον κακό άγγελο που έχουμε όλοι δίπλα μας. Μια θα νικάει ο ένας μία ο άλλος και εμείς θα ακολουθούμε την σωματική μας έλλειψη και εξέλιξη όπως μια μαριονέτα, που ανάλογα τα ερεθίσματα που της δίνουμε αντιδράει, και κάνει τις δικές της, μοναδικές, κινήσεις και γκριμάτσες. Έτσι είμαστε και όλοι εμείς, μαριονέτες μιας ζωής. Μπορεί να διατυμπανίζουμε την ελευθερία μας αλλά μόνο ελεύθερα όντα δεν είμαστε. Κάθε άλλο, είμαστε περικυκλωμένοι και εξαρτημένοι από τα χιλιάδες μικρά και μεγάλα ΘΕΛΩ μας. Αυτά τα θέλω μιας ζωής, που σε κρατάνε σκλαβωμένο και καθηλωμένο στο σήμερα και στο τώρα, δεν θα σε αφήνουν ποτέ να δραπετεύσεις με το κάθε ζωντανό ή ψεύτικο όνειρο που θα αποτυπώνεται στο όποιο πάθος, παρά μόνο στην ρουτίνα της καθημερινότητας. Το μυαλό φαίνεται ότι ακόμα και τέτοια ώρα φέρνει αρκετές στροφές ώστε να σκέφτεται και να φιλοσοφεί. Αυτή την ώρα κάνει κατακλυσμό έξω και μια πολύ δυνατή βροντή και μια ακόλουθη λάμψη αστραπής κάνουν τα τζάμια του σπιτιού να τρίξουν σαν να θυμίζουν έργο από θρίλερ.

Δεν πέρασε αρκετή ώρα και αυτή την φορά ο θόρυβος έρχεται από το διπλανό δωμάτιο. Είναι το γαύγισμα του σκύλου που άρχισε να χαλάει τον κόσμο. Σηκώνομαι να πάω να δω τι προκαλεί όλοι αυτή την ανησυχία του. Τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν, καθώς η πολύ βροχή κάνει την τάση του ρεύματος να έχει αμφιταλαντεύσεις και να δυσκολεύει ακόμα πιο πολύ την ζωή μας. Καταραμένη νύχτα, πού θα πας, θα περάσεις και εσύ όπως και τόσες άλλες από αυτή την ζωή μου. Μετά κόπων και βασάνων φτάνω στο δωμάτιο του σκύλου, ανοίγω την πόρτα και τον βλέπω να έχει μια περίεργη ανησυχία στην συμπεριφορά του. "Τι έγινε μικρέ;" Το βλέμμα του τρομαγμένο. Μάλλον τον φόβισε η βροχή, οι βροντές και ο περίεργος θόρυβος που ακούγεται έξω από την καγκελόπορτα. Τραβάω απαλά την κουρτίνα στο πλάι ώστε να προβάλλει μόνο το βλέμμα τον ματιών μου στην θέα προς τον έξω κόσμο. Μια περίεργη φιγούρα στέκεται κοντά στα κάγκελα. Είναιαρκετά σκοτεινά για να μπορώ να προσδιορίσω το φύλο και τον σκοπό που μπορεί να έχει, φαίνεται όμως να προσπαθεί να καλυφθεί από τα στοιχεία της φύσης. Πριν καλά καλά το καταλάβω, ακούω τον ήχο της πόρτας να κτυπά με έναν ρυθμικό τόνο χωρίς να χρησιμοποιεί το κουδούνι, ενώ ο σκύλος αρχίζει να γρυλίζει ακόμα πιο πολύ. Τον έδεσα και τον πέρασα στο δίπλα δωμάτιο για να μην έχει οπτική επαφή με τον χώρο και να πάψουν οι όποιες του ανησυχίες. Έκανα μερικά βήματα μέχρι να βρεθώ στη σωστή απόσταση, ανάμεσα σε μένα, τον θόρυβο και τον άγνωστο επισκέπτη της νύχτας. Άνοιξα την πόρτα και μπροστά μου στεκόταν μια μέτριου αναστήματος όμορφη μελαχρινή κατσαρομάλλα με καλλίγραμμο σώμα. Ήταν τελείως βρεγμένη από πάνω έως κάτω, ενώ στα χέρια της δεν κράταγε καν ούτε ομπρέλα. Τα μάτια της λαμπύριζαν σαν δυο όμορφες γυάλινες χάντρες μέσα στο βροχερό σκοτάδι. Με κοιτάει και μου λέει: "Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας και της στιγμής, αλλά αν δεν μου άνοιγες και εσύ, δεν ξέρω πόσο θα άντεχα μέσα σε αυτή την βροχερή νύχτα". Της έκανα νόημα να περάσει γρήγορα μέσα, πριν αρχίσει να μπαίνει το νερό στο σπίτι. Με υπακούει χωρίς να φαίνεται να το πολυσκέπτεται.

 

Της φέρνω μια πετσέτα μπάνιου που είχα πρόχειρη για να μπορέσει να βγάλει 
τα πολλά νερά από πάνω της. 
-«Σε ευχαριστώ...» 
-«Κώστας», της απαντάω. 
Μου χαμογελάει και μου λέει: «Κώστα... φαίνεται ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή την ζωή»
 και της γνέφω καταφατικά και συνεχίζει την σκέψη της, 
-«Με έπιασε η βροχή απότομα, και βρέθηκα στην μέση του πουθενά. 
Ευτυχώς που βρήκα εσένα και μου άνοιξες»
- «Ίσως και απλά να έτυχε, κανείς ποτέ δεν θα μάθει...»
-«Ράνια» μου λέει.
-«Ράνια, λοιπόν, η μοίρα ποτέ δεν θα ξέρεις γιατί τελικά τα έφερε 
έτσι και βρέθηκες μέσα στην βροχή».
-«Μπορεί όμως η μοίρα και να ήξερε και τελικά να τα έφερε όπως ακριβώς τα έχει προγραμματίσει»
-«Τι εννοείς;» της απαντάω.
-«Μπορεί όλοι μας να είμαστε σε μια αποστολή, άλλοτε μυστική 
άλλοτε φανερή κανείς δεν θα μάθει το πώς και το γιατί, παρά μόνο στο τέλος 
αυτού του ταξιδιού που λέγεται ζωή»
Της χαμογελώ και της γνέφω και πάλι καταφατικά αφού δεν μπορώ να διαφωνήσω 
με τον τρόπο σκέψης της.
-«Πώς θα φύγεις τώρα από εδώ; 
Η βροχή δεν πρόκειται να κοπάσει και σίγουρα δεν θα μπορείς να κοιμηθείς και εδώ μέσα.
 Δυο μικρά δωμάτια υπάρχουν και αυτά είναι και άνω κάτω. 
Άσε που δεν θα θες να κοιμηθείς με τον τρομαγμένο μου σκύλο.»
Ήταν η σειρά της να σκάσει ένα όμορφο χαμόγελο. 

Η ώρα πέρναγε με την κουβέντα και πριν καλά καλά το καταλάβω είχε πάει κοντά στις 6. Η παρέα της μου ήταν αρκετά ευχάριστη και η ομορφιά της δεν μου άφηνε και πολλά περιθώρια στην σκέψη, όμως ταυτόχρονα ήταν τόσο δίπλα μου μα και τόσο μακριά μου, που φαινόταν να μας χωρίζει ένα τεράστιο κενό, ένα μεγάλο αβυσσαλέο χάος και εγώ στην μέση του πουθενά του δωματίου, να προσπαθώ να γεφυρώσω της όποιες διαφορές και σκέψεις μπορεί να μας χώριζαν, αλλά μάταια. Μου έδειχνε με το βλέμμα της και την δικιά της αντίδραση και σκέψη ότι δεν έχω το εισιτήριο ακόμα, το εισιτήριο της πραγματικής θέλησης για να μπορώ να ελπίζω στο κοινό στόχο. Έδειξα να απορώ όμως στην σκέψη μου... τι κοινούς στόχους μπορεί να έχω εγώ με κάποια που απλά έτυχε να βρεθεί στην μέση του πουθενά βρεγμένη και εγώ από την μέσα πλευρά σαφώς σε καλύτερη κατάσταση. Αν κάποιος από τους δυο μας θα ήθελε κάποια σχετική βοήθεια δεν θα πρέπει να ήμουν εγώ αλλά εκείνη. Αμέσως η σκέψη η δικιά μου, μου κατέδειξε και το λάθος μου. Ήταν το εγωιστικό μου συναίσθημα που έμπαινε εμπρός από την λογική των πραγμάτων. Βρίσκοντας το λάθος ξεκλείδωσε την απάντηση της λύσης, και τότε ξαφνικά ένα περίεργο ταξίδι μέσα από τα λαμπερά της μάτια ξεκίνησε να υπάρχει μέσα στον χώρο του δωματίου. Η ανία και η πλήξη της βραδιάς φαίνεται να πηγαίνει περίπατο και την θέση του έχει πάρει αυτή η μικρή απρόβλεπτη μαγεία μας. Χωρίς να το καταλάβουμε βρεθήκαμε και η δύο αγκαλιά.Τα φιλιά μας ένιωθα ότι ήταν κάτι το μοναδικό, το πάθος της στιγμής μας είχε συνεπάρει και τους δύο μας. Το μοναδικό ταξίδι μας μόλις είχε αρχίσει, ένιωθα ότι πετάγαμε, μέχρι που μετά από μερικά δευτερόλεπτα που ένιωσα ότι κράτησαν ώρες, είδα ότι πραγματικά πετάω μαζί της. Την κοιτάω και της λέω «πετάμε», με κοιτάει και μου λέει «το ξέρω». Μου ξαναχαμογέλασε και με πήγε ακόμα πιο ψηλά


και ξαφνικά ένας πολύ δυνατός και περίεργος θόρυβος αρχίζει να κτυπάει κοντά μου. Προσπαθώ να καταλάβω από πού έρχεται και τι ακριβώς είναι αυτός ο ήχος. Η μορφή της κοπέλας αρχίζει να χάνεται σαν τα πέταλα από τριαντάφυλλα που πέφτουν στο έδαφος ένα προς ένα και στο τέλος, μένω με το αγκαθωτό πράσινο κοτσάνι. Τα χέρια της που με κράταγαν, άρχισαν και αυτά σιγά σιγά να με εγκαταλείπουν, ένα ένα δάκτυλο την φορά και τώρα νιώθω ότι βρίσκομαι μόνος στο αέρα, σε ένα κενό, πέφτοντας με μεγάλη ταχύτητα προς τα κάτω, από ένα ύψος που ξεπέρναγαν τα βροχερά σύννεφα. Κοιτάω όλο τον κόσμο από ψηλά και ξέρω όμως ότι δεν έχω το σωστικό της επιβίωσης μου, αυτό που θα ήταν ένα όμορφο, μικρό, αλλά λειτουργικό αλεξίπτωτο της σωτηρίας μου. Λίγο πριν φτάσω στο έδαφος, θυμάμαι να σκέφτομαι τις τελευταίες ώρες μου.... Ήταν με μια άγνωστη γυναίκα και ένα χαζό telemarketing που μίλαγε για την χρηστικότητα της ομπρέλας αλεξίπτωτο. "Το ανοίγετε" έλεγε "και σίγουρα μπορεί να σας σώσει από δύσκολες καταστάσεις..." Χαμογέλασα. Ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω τέτοιες ώρες. Η βροχή ξαναήρθε στο πρόσωπό μου και άρχισα να νιώθω ακόμα πιο πολύ την πίεση του εδάφους καθώς έφτανα στο τέλος του. Η πρόσκρουσή μου ήταν μοιραία. Ένιωσα τα κόκκαλά μου να πιέζονται αφάνταστα, το σώμα μου να γίνεται μια επίπεδη μάζα και η ψυχή μου να βγαίνει από το σώμα μου. Κοιτάω το κακό που με είχε βρει και προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε πάει τόσο στραβά αυτήν την νύχτα… ακριβώς πιο δίπλα μου... η ίδια φιγούρα, που μου είχε στοιχιώσει την νύχτα και την είχε κάνει δικιά της. 

Τώρα πλέον ήμασταν και οι δύο στην βροχή. Την κοίταξα και με κοίταξε, και τώρα και οι δυο μας είχαμε μάτια που λαμπίριζαν μέσα στο φως και στο σκοτάδι. Έσκυψε στο αυτί μου χαμηλά και μου ψιθύρισε: «Είμαι ένας άγγελος θανάτου, ο δικός σου άγγελος. Ήρθα να σε πάρω από το χέρι, να σε αγγίξω και να σε κάνω δικό μου, σε θέλω για πάντα δίπλα μου σε μια δικιά μας ζωή, μόνο με όμορφες σκέψεις και εικόνες.» Άπλωσε το χέρι και άφησε προέκταση το ένα δάκτυλό της. Δεν ξέρω γιατί αλλά τα λόγια της με άγγιζαν, αλλά δεν με τρόμαζαν καθόλου. Περισσότερο με έκαναν να σκεφτώ ότι κάτι διαφορετικό θα νιώσω και θα βιώσω, πού τόσο μπορεί να το είχα και εγώ τελικά ανάγκη. Ακολούθησα την κίνησή της και έκανα και εγώ το ίδιο, άπλωσα τα δικά μου δάκτυλα. Η επαφή των χεριών μας έκανε τις διαφορές μας να εξαφανιστούν σαν ένα ραβδί του Harry Potter που ό,τι αγγίζει γίνεται και μαγικό. Αρχίσαμε και πάλι να πετάμε με μεγάλη ταχύτητα προς τα πάνω, φτάσαμε και πάλι πολύ ψηλά, φαινόταν μια εμπειρία ζωής και θανάτου μέσα σε ένα εγκλωβισμένο ερωτικό δικό μας παιχνίδι.Άρχισε και πάλι να μου αφήνει το χέρι να με κοιτάει και να απομακρύνεται ξανά. Άρχισα να της φωνάζω, αλλά όσο και να φώναζα αυτή απομακρυνόταν όλο και πιο γρήγορα, έως ότου κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να την φτάσω. Η πτώση μου και πάλι είχε ξεκινήσει προς το έδαφος. Ο αέρας σφύριζε όλο και πιο δυνατά γύρω μου, τόσο πολύ που δεν άντεχα άλλο. Έπιασα τον εαυτό μου να έχει χαθεί μέσα στον ήχο της σκέψης, και μετά νεκρική σιγή................................................................................................................................Μέχρι που ακούστηκε ένας ακόμα θόρυβος και αυτή την φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός, τόσος που ηχούσε στα αυτιά μου, σαν να κτύπαγε ένας μάγειρας μια κατσαρόλα... 

Δεν αργώ να καταλάβω πως είναι το καταραμένο ξυπνητήρι που βάραγε για τρίτη φορά την υπενθύμιση για να σηκωθώ και για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα, που σου λέει ότι πρέπει πλέον να τρέξεις ακόμα πιο γρήγορα, γιατί άργησες και τα όποια λάθη σου, τα περιμένουν άλλοι στην γωνιά να τα εκμεταλλευτούν και να σε παραγκωνίσουν στον real ανταγωνισμό. Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Άρχισα να φοράω το παντελόνι μου, ύστερα το πουκάμισό μου και καθώς έφτιαχνα τα κουμπιά από τα μανίκια, στο μυαλό στιγμιαία ήρθε και το όνειρο. Έσκασα ένα τελευταίο χαμόγελο, σκεπτόμενος ότι ήταν απλά ένα όνειρο, μα τόσο ζωντανό που θα μπορούσα να το ζω ακόμα και τώρα, στον ξύπνιο μου...ή μήπως δεν ήταν όνειρο; Έριξα μια κλεφτή ματιά στην εξώπορτα, που ήταν κλειστή, ενώ έξω ακόμα ψιχάλιζε με πιο απαλή ένταση και το πολύ γκρίζο του ουρανού είχε γίνει ένα πιο όμορφο λευκό. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στον δρόμο. Έξω νερά παντού. Ακόμα και τα ταλαιπωρημένα πεζοδρόμια είχαν και αυτά πλυθεί από την τόση νεροποντή της βραδιάς. Έκανα καμιά τριανταριά βήματα μέχρι να φτάσω στην εμβέλεια του αυτοκινήτου και να βρεθώ μέσα σε αυτό. Κοίταξα γύρω μου, παντού υγρασία, νερό, λάσπες και κόσμος να προσπαθεί να πάει στις δουλειές του. Τι περίεργο όνειρο και αυτό αναλογίστηκα… Έβαλα εμπρός την μηχανή του αυτοκινήτου και την άφησα να ζεσταίνεται. Μερικά λεπτά μετά ήμουν στο δρόμο της καθημερινότητας και ανταγωνιστικότητας. Φανάρια πράσινα, φανάρια κόκκινα και πάλι όλα ίδια. Μόλις έφτασα στην στάση του ηλεκτρικού, το βλέμμα μου αμέσως έπεσε σε μια φιγούρα που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη. Τα μαλλιά της ήταν κατσαρά, το ανάστημά της μέτριο και φορούσε μια καπαρντίνα μακριά. Κατέβηκα από το αμάξι, την πλησίασα την άγγιξα στον ώμο, γύρισε προς το μέρος μου και είδα τα μάτια της που λαμπίριζαν... Της είπα «Ράνια;» 


Με κοίταξε μέσα στα μάτια. «Δεν με λένε Ράνια κύριε...» 
Άνοιξε την πολύχρωμη ομπρέλα της... και απομακρύνθηκε.



Μην κρατάς στα δάχτυλα της ψυχής σου
την άκρη μιας κλωστής ενός ονείρου που χάνεται.
Οι ώρες μιας σιωπής θα κυλάει στο μυαλό της ψευδαίσθησης
Το φως της αλήθειας θα πηγάζει σε ένα χαμόγελο που θα μπορεί
να σου δείχνει το παρόν σε ένα χαμένο παρελθόν
αλλά κερδισμένο, στο νέο ελπιδοφόρο μέλλον σου.
Δεν πειράζει που δε σου 'ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που άκουγα παλιά.
Ο χαμένος μπορεί να τα παίρνει και όλα...

Αφιερωμένο: Σε όλους τους φόβους που αγαπήσαμε πάλι
Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)







Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Ο σωστός τρόπος να ζεις.

Γράφει η : Dora Pap

Κάποτε έγινε ένας αγώνας βατράχων. Στόχος, να ανέβουν στην ψηλότερη
κορυφή ενός πύργου. Πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν να τους υποστηρίξουν. Ο
αγώνας άρχισε.
...
Στην πραγματικότητα, ο κόσμος δεν πίστευε ότι ήταν
εφικτό να ανέβουν οι βάτραχοι στην κορυφή του πύργου 
και το μόνο που άκουγες ήταν :
 "Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν..."
 Οι βάτραχοι άρχισαν να αμφιβάλλουν για τους εαυτούς τους. 
Ο κόσμος συνέχιζε:
"Τι κόπος! Ποτέ δεν θα τα καταφέρουν..."
Και οι βάτραχοι, ο ένας μετά τον άλλο, παραδέχονταν την ήττα τους, 
εκτός από έναν, που συνέχισε να σκαρφαλώνει. Στο τέλος, μόνο αυτός,
 και μετά από τρομερή προσπάθεια, κατόρθωσε να φθάσει στην κορυφή.
Ένας από τους χαμένους βατράχους, πλησίασε να τον ρωτήσει πώς τα κατάφερε να
ανέβει στην κορυφή. Τότε συνειδητοποίησε ότι... ήταν κουφός!!!
----------------
Ποτέ μην ακούτε ανθρώπους που έχουν την κακή συνήθεια να είναι αρνητικοί,
γιατί σας κλέβουν τις μεγαλύτερες λαχτάρες και πόθους της καρδιάς σας.
Πάντοτε να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου την δύναμη της φράσης:
 "Σκέψου θετικά!". ΘΕΤΙΚΑ!

Συμπέρασμα:

Η ζωή είναι γεμάτη καθημερινές μικρές χαρές, που πολλές φορές για να τις νιώσεις και να τις φτάσεις, πρέπει να διώξεις  την αρνητικότητα των άλλων από πάνω σου... δεν φταίει κανείς όμως, παρά μόνος εσείς αν δεν το κάνετε, κυνηγήστε όσα σαν ανήκουν και σκαρφαλώστε στην δικιά σας κορυφή. 

Πάντα να κάνετε τον κουφό /-ή απέναντι σε όσους σου λένε, ότι δεν μπορείς να πετύχεις
τους στόχους σου ή να πραγματοποιήσεις τα όνειρά σου. Κάντε θετικές σκέψεις! Όταν αναλωνόμαστε σε ο'τιδήποτε μη δημιουργικό, μας φθείρει. Και μη δημιουργικό είναι και οι αρνητικές σκέψεις, η απογοήτευση, η παραίτηση, η τεμπελιά, η ζήλεια, η τσιγκουνιά, ο υλισμός. Νιώστε όμορφα σε οτιδήποτε κάνετε και ξεκινήστε το πάντα με θετική σκέψη. Χωρίς ΔΕΝ. Γιατί αν υπάρχουν ολ' αυτά, τότε το τίμημα θα πληρωθεί απ το θησαυροφυλάκιο της!!!

Συγγραφική επιμέλεια : Dora Pap 
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας : Κostas leonardos


ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)