Γράφει ο: Γιώργος Κάππα
Είναι βαθιά μεσάνυχτα, αέρας φυσάει μανιασμένα, σαν να θέλει να σου ψιθυρίσει κάτι μέσα στο μυαλό. Σταμάτησα έξω απ’ το περίπτερο. Έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου και βγήκα έξω. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Σήκωσα το φερμουάρ του μπουφάν μέχρι το λαιμό και ανασκουμπώθηκα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα από τη στιγμή που προσγειώθηκε το αεροπλάνο και ήμουν ακόμα μουδιασμένος. Ήταν δύσκολη η αποψινή νύχτα. Αρκετά δύσκολη. Ήμουν όμως συνηθισμένος σε αυτά. Κάθισα για λίγο στο καπό του αυτοκινήτου για να καπνίσω το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου. Η λαμαρίνα ήταν ακόμα κρύα. Δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί. Τράβηξα μια βαθιά ρουφηξιά. Πάντα μ’ άρεσε να καπνίζω στο κρύο. Κοίταξα τριγύρω. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια φωτεινή ταμπέλα με κόκκινα γράμματα σε σκούρο μπλε φόντο. Ήταν ένα μπαρ. Ακριβώς δίπλα στο περίπτερο. Παραξενεύτηκα. Πως δεν έχω ξαναδεί αυτό το μπαρ; σκέφθηκα. Περίεργο. Ίσως άνοιξε τώρα που έλειπα σε ταξίδι.Τις σκέψεις μου διέκοψε απότομα ένα μαύρο μεγαλόσωμο σκυλί που ήρθε χωρίς να το πάρω είδηση και σταμάτησε μπροστά στα πόδια μου. Με πλησίασε μπουσουλώντας δειλά και, άρχισε να γλείφει τις μύτες απ’ τις μπότες μου. Δεν αντέδρασα. Απλά το κοίταζα. Πότε πότε σήκωνε το βλέμμα του και με κοίταζε στα μάτια. Συνέχισε για μερικά λεπτά ακόμα και μετά σταμάτησε. Έκανε μερικά βήματα πίσω και στάθηκε απέναντι μου. Με κοίταξε και εντελώς ξαφνικά άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα του έτρεχαν ποτάμι ενώ τα ουρλιαχτά του μου τρυπούσαν τ’ αυτιά.
Ανατρίχιασα στιγμιαία αλλά δεν έκανα τίποτα. Απλά συνέχιζα να το κοιτάζω κατάματα. Αυτό κράτησε λίγα λεπτά της ώρας. Μετά, όπως ξαφνικά άρχισε να κλαίει έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Δεν είχε δάκρυα στα μάτια. Ήταν εντελώς στεγνά. Λες και δεν είχε κλάψει πότε. Το τσιγάρο τελείωσε και το πέταξα μπροστά μου. Το πάτησα στρουφίζοντας το με τη μύτη της μπότας μου. Προχώρησα προς το περίπτερο. Βγάζοντας τα λεφτά απ’ τη τσέπη του παντελονιού γύρισα το κεφάλι πάνω απ’ τον ώμο. Το σκυλί καθόταν στα δυο πισινά του πόδια ακόμα εκεί. Δεν είχε κουνήσει ούτε χιλιοστό. Έστριψα το κεφάλι μου μπροστά σκύβοντας προς το τζαμένιο παραθυράκι του περιπτέρου. Ήταν κλειστό και θαμπωμένο από τα χνώτα που υπήρχαν στο εσωτερικό του. Μπόρεσα να διακρίνω μια ανθρώπινη φιγούρα που καθόταν σε ένα χαμηλό καρεκλάκι και κουνιόταν ρυθμικά μπρος πίσω. Σαν να υπάκουε σε κάποιο μουσικό αργό ρυθμό. Χτύπησα απαλά με το δάχτυλο. Δεν άκουσε γιατί συνέχισε να κινείται χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το ρυθμό του. Ασυναίσθητα γύρισα πάλι το κεφάλι μου προς το σκυλί. Ήταν ακόμα εκεί. Στην άκρη του δρόμου να με κοιτάζει ίσια στα μάτια. Γύρισα και ξαναχτύπησα αυτή τη φορά πιο δυνατά. Η κουνιστή φιγούρα πρέπει να με άκουσε γιατί έστριψε το κεφάλι προς το μέρος μου. Το κορμί όμως έμεινε σταθερό. Άπλωσε το δεξί χέρι και έσυρε αργά το τζαμένιο θαμπό πορτάκι του μικρού παραθύρου. Η υγρασία από τα χνώτα που υπήρχε επάνω δημιούργησε ένα λεπτό και διαπεραστικό ήχο που με έκανε να ανατριχιάσω. Ένοιωσα σαν να μου ξυράφιζαν τη πλάτη κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς.
Ανατρίχιασα στιγμιαία αλλά δεν έκανα τίποτα. Απλά συνέχιζα να το κοιτάζω κατάματα. Αυτό κράτησε λίγα λεπτά της ώρας. Μετά, όπως ξαφνικά άρχισε να κλαίει έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Δεν είχε δάκρυα στα μάτια. Ήταν εντελώς στεγνά. Λες και δεν είχε κλάψει πότε. Το τσιγάρο τελείωσε και το πέταξα μπροστά μου. Το πάτησα στρουφίζοντας το με τη μύτη της μπότας μου. Προχώρησα προς το περίπτερο. Βγάζοντας τα λεφτά απ’ τη τσέπη του παντελονιού γύρισα το κεφάλι πάνω απ’ τον ώμο. Το σκυλί καθόταν στα δυο πισινά του πόδια ακόμα εκεί. Δεν είχε κουνήσει ούτε χιλιοστό. Έστριψα το κεφάλι μου μπροστά σκύβοντας προς το τζαμένιο παραθυράκι του περιπτέρου. Ήταν κλειστό και θαμπωμένο από τα χνώτα που υπήρχαν στο εσωτερικό του. Μπόρεσα να διακρίνω μια ανθρώπινη φιγούρα που καθόταν σε ένα χαμηλό καρεκλάκι και κουνιόταν ρυθμικά μπρος πίσω. Σαν να υπάκουε σε κάποιο μουσικό αργό ρυθμό. Χτύπησα απαλά με το δάχτυλο. Δεν άκουσε γιατί συνέχισε να κινείται χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο το ρυθμό του. Ασυναίσθητα γύρισα πάλι το κεφάλι μου προς το σκυλί. Ήταν ακόμα εκεί. Στην άκρη του δρόμου να με κοιτάζει ίσια στα μάτια. Γύρισα και ξαναχτύπησα αυτή τη φορά πιο δυνατά. Η κουνιστή φιγούρα πρέπει να με άκουσε γιατί έστριψε το κεφάλι προς το μέρος μου. Το κορμί όμως έμεινε σταθερό. Άπλωσε το δεξί χέρι και έσυρε αργά το τζαμένιο θαμπό πορτάκι του μικρού παραθύρου. Η υγρασία από τα χνώτα που υπήρχε επάνω δημιούργησε ένα λεπτό και διαπεραστικό ήχο που με έκανε να ανατριχιάσω. Ένοιωσα σαν να μου ξυράφιζαν τη πλάτη κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς.
Στο μικρό άνοιγμα εμφανίστηκε το πρόσωπο ενός πολύ γέρου άντρα. Ένα κοκκαλιάρικο, κίτρινο, με μάτια χωρίς βλέφαρα, γεμάτο ρυτίδες πρόσωπο. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο.Του έλειπαν σχεδόν όλα τα δόντια. Ανάσαινε βαριά. Πάγωσα μόλις αντίκρυσα αυτό το απόκοσμο πρόσωπο. Ακούμπησα τα χρήματα που είχα βγάλει από τη τσέπη στο πιατάκι. Μετά βίας βγήκε η φωνή από το στόμα μου. Ζήτησα ένα πακέτο τσιγάρα, ένα κουτί ασπιρίνες, δυο οδοντογλυφίδες και μια λευκή σοκολάτα. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω μου άπλωσε το χέρι του στα γύρω ραφάκια κατέβασε και ακούμπησε στο πιατάκι αυτά που του είχα ζητήσει. Με κοιτούσε επίμονα σαν να περίμενε να ακούσει κάτι από εμένα. Το μυαλό μου σταμάτησε για μια στιγμή. Δεν ήξερα τι να πω. Μετά, τον ρώτησα το πρώτο πράγμα που μου ‘ρθε στο μυαλό.«Γερο ,τι είναι ζωή;» Ο γέρος σαν να περίμενε την ερώτηση μου, με το κεφάλι του μου έκανε νόημα να τον πλησιάσω περισσότερο. Έσκυψε κι αυτός λίγο ακόμα, κοίταξε δεξιά και αριστερά χωρίς να κουνήσει το κεφάλι του , ενώ το στόμα του ακούμπησε σχεδόν στο αυτί μου. Μίλησε πολύ αργά και με ψιθυριστή φωνή σαν να φοβόταν μην τον ακούσει κάποιος άλλος εκτός από μένα. Είπε δώδεκα λέξεις. Τις μέτρησα. Ακριβώς δώδεκα λέξεις. Τον κοίταξα άφοβα μέσα στα μάτια. Οι κόρες των ματιών του είχαν εξαφανιστεί . Είχε μείνει μόνο ένα ξεβαμμένο ασπράδι. Το χέρι που άπλωσα για να πάρω αυτά που είχα ζητήσει, σταμάτησε. Έμεινε εκεί, στον αέρα. Τεντωμένο, μετέωρο. Μετά άρχισε να κατεβαίνει αργά προς το σημείο που ήταν η αγκράφα της ζώνης του παντελονιού μου, χωρίς να αφήσω το γερο ούτε μια στιγμή απ’ τα μάτια μου. Έπιασα σφιχτά το περίστροφο και το τράβηξα . Ένοιωσα τη λαβή παγωμένη.
Το σήκωσα, και το εφερα μερικα χιλιοστα απο το ζαρωμενο κουτελο του γερου. Τα ματια του ανοιξαν ελαφρα ενω ενα απροσδιοριστο ελαφρυ μειδιασμα ζωγραφιστηκε στο μικρο σαν τρυπα στομα του.«Σωστα απαντησες γερο, αλλα δεν πρεπει να το μαθουν οι αλλοι. Μη το παιρνεις προσωπικα» ειπα και τραβηξα τη σκανδαλη. Ακομα και τωρα μπορω να παρω ορκο οτι δεν ακουσα κροτο απο πυροβολισμο και δεν ειδα καμια λαμψη να βγαινει απο την κανη του περιστροφου. Ενοιωσα μοναχα το τρανταγμα. Το σαρανταπενταρι υπακουοντας στην εντολη που του εδωσα , εφτυσε με οση δυναμη ειχε μεσα του ενα μικρο κομματι μολυβι. Αρκετο για να δημιουργησει μια μικρη τρυπουλα στο μετωπο του γερου. Εκεινος αφου ορθανοιξε το στομα του, χωρις να λυγισει το σωμα του εγειρε προς τα πισω , ακουμπωντας απαλα με την πλατη στον ξυλινο τοιχο του περιπτερου. Το κορμι του εμεινε τεντωμενο , σαν ειχε επελθει πληρης δυσκαμψια μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα. Αν τον ακουμπουσα βαζω στοιχημα οτι θα ηταν ηδη παγωμενος.Πηρα τα πραγματα μου αφησα το χαρτονομισμα και κοιταξα γυρω. Το σκυλι ειχε εξαφανισθει. Στο δρομο δεν υπηρχε ψυχη παρα μονο το αυτοκινητο μου. Μια ψιχαλα με χτυπησε στο μαγουλο. Κοιταξα ψηλα τον ουρανο. Ερχοταν βροχη. Περπατησα μερικα βηματα και βρεθηκα μπροστα στη πορτα του μπαρ. Μουσικη ακουγοταν απο μεσα. Εσπρωξα απαλα τη πορτα και μπηκα. Σταθηκα λιγο για να συνηθισουν τα ματια μου στο χαμηλο φωτισμο.
Έκανα ακόμα μερικά βήματα και σταματησα. Περιεργαστηκα για λιγο το χωρο και προχωρησα. Δεν υπήρχε κανεις εκει μεσα εκτος απο μια σερβιτορα πισω από τη μπαρα. Διαλεξα ενα τραπεζι σε ενα σημείο που δεν φωτιζοταν σχεδον καθολου. Με εκπληξη συνειδητοποιησα οτι κρατουσα ακομα το περίστροφο. Το αφησα πανω στο τραπεζι, καθισα στην καρεκλα και κοιταξα μηχανικα τις μποτες μου. Ήταν ακόμα γυαλισμενες απο τη γλωσσα του σκυλου. Εκεινη τη στιγμη κατεφθασε η σερβιτορα και με ρώτησε τι θα παρω. Της ειπα το ποτο που ηθελα. Εφυγε. Κοιταξα παλι γυρω . Πιο καλα αυτη τη φορα γιατί τα ματια μου ειχαν εξοικειωθεί στο μισοσκόταδο. Δεν υπηρχε κανεις. Μονο η σερβιτορα κι εγω. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε με δυναμη και χτύπησε πισω στον τοιχο. Καταλαβα οτι εξω ειχε σηκωθει δυνατος αερας με καταρρακτώδη βροχή. Η κοπελα εφερε το ποτο και το ακουμπησε στο τραπεζι απαλα.Το βλεμμα της επεσε στο σιδερικο. Δεν εδειξε καμμια εκπληξη. Γυρισε την πλατη και εφυγε. Σηκωσα το ποτηρι και το ηπια μονορουφι. Ζεσταθηκα λιγο. Με το χερι παρηγγειλα ακομη ενα. Αναψα ενα τσιγαρο και αρχισα να καπνιζω. Η σερβιτορα εφθασε με το ποτο. Το αφησε στο τραπεζι και χωρις να με κοιταξει αυτη τη φορα γυρισε και εφυγε. Το ηπια και αυτο μονορουφι. Μαζεψα το περιστροφο σηκωθηκα και πλησιασα στη μπαρα να πληρωσω. Αφησα ενα χαρτονομισμα και εσβησα το τσιγαρο σε ενα μεγαλο γυαλινο σταχτοδοχειο.
Η σερβιτόρα με κοιτούσε σαν να παρατηρούσε αυτή τη φορά με προσοχή κάθε κίνηση μου. Ρίχνοντας της μια τελευταία ματιά, γύρισα και προχώρησα προς την έξοδο. Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα έξω. Ένα μείγμα παγωμένου αέρα και δυνατής βροχής με έλουσε. Σήκωσα τα πέτα του μπουφάν και ετοιμάστηκα να προχωρήσω προς το αυτοκίνητο, όταν είδα δεξιά μου το μαύρο σκυλί να κείτεται στο πεζοδρόμιο. Νομίζω ότι διέκρινα κάποιο νόημα στα μάτια του. Ήμουν έτοιμος να μη του δώσω σημασία και να φύγω, όταν παρατήρησα κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Στο μέτωπο του είχε ένα σκούρο σημάδι που δεν υπήρχε όταν το συνάντησα την πρώτη φορά, πριν λίγη ώρα. Έσκυψα και έβαλα το δάχτυλο πάνω στο σημάδι. Το δάκτυλο μου χώθηκε μέσα. Διαπίστωσα ότι ήταν μια τρύπα. Το τράβηξα έξω ξαφνιασμένος. Το έβαλα ξανά για να σιγουρευτώ. Ήταν πράγματι μια βαθιά τρύπα. Το ξανατράβηξα έξω και το κοίταξα. Δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη αίματος. Σηκώθηκα πάνω σαν ελατήριο και αφήνοντας το σκυλί ξαπλωμένο κάτω προχώρησα βιαστικά προς το περίπτερο. Τράβηξα δυνατά το γυάλινο παραθυράκι και κοίταξα με αγωνία μέσα, θέλοντας να εξακριβώσω αυτό που είχα στο μυαλό μου όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μια μεσήλικη κυρία καθόταν κάπνιζε και διάβαζε ένα περιοδικό. Γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε τρομαγμένη.
«Θέλετε κάτι κύριε;» με ρώτησε με ξαφνιασμένη φωνή.
«Που είναι ο γέρος;» τη ρώτησα κοφτά.
«Ποιος γέρος;»
«Ο γέρος που ήταν εδώ πριν από σένα ».
«Εδώ δεν υπάρχει κανείς γέρος».
«Άσε τα ψόφια και πες μου που είναι ο γέρος» είπα σε αυστηρό τόνο.
«Αφού σου εξήγησα ότι δεν υπάρχει κανείς γέρος εδώ».
Την κοίταξα καλά. Δεν ήξερα τι να κάνω.
«Σε ποιον ανήκει το περίπτερο;» την ξαναρώτησα.
«Το περίπτερο μας ανήκει εδώ και τριάντα χρόνια. Το έδωσε το κράτος στον πατέρα μου
που ήταν τραυματίας πολέμου και μετά το βίαιο θάνατο του, το κληρονόμησα εγώ.
Ο θεός να τον συγχωρέσει που μου άφησε αυτή την τρύπα και έτσι μπόρεσα να ζήσω
με αξιοπρέπεια αλλιώς δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει» είπε βγάζοντας ένα αναστεναγμό
ανακούφισης και κάνοντας το σταυρό της.
«Πότε πέθανε ο πατέρας σου;»
«Πριν από εφτά χρόνια, θεός σχωρέστον» αποκρίθηκε κι έκανε πάλι το σταυρό της.
«Πως πέθανε;»
«Κάποιος τον πυροβόλησε ένα βράδυ. Του φύτεψε μια σφαίρα στο μέτωπο και μετά
εξαφανίσθηκε. Πάντως δεν επρόκειτο για ληστεία ενώ ο δολοφόνος δεν βρέθηκε ποτέ»
Έμεινα να την κοιτάζω άναυδος. Μόλις βρήκα την ψυχραιμία μου τη ρώτησα.
«Παντρεμένη είσαι;».
«Όχι. Δυστυχώς δεν παντρεύτηκα ποτέ. Εδώ στάθηκα άτυχη.
Ο μοναδικός άντρας που αγάπησα και με αγάπησε, έβαλε μόνος του τέλος στη ζωή του
λίγο πριν περάσουμε τα σκαλοπάτια της εκκλησίας» αποκρίθηκε με θλιμμένο ύφος.
«Για ποιο λόγο αυτοκτόνησε;»
«Του είχε δημιουργηθεί έντονα η ιδέα ότι τον κυνηγούσε ένας σκύλος - φάντασμα» είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.
«Μιλάς σοβαρά;»
«Μιλώ για τον έρωτα της ζωής μου , είναι δυνατόν να μην μιλώ σοβαρά;»
«Δεν υπάρχει κανείς άλλος που να μένει μαζί σου;»
«Όχι απολύτως κανείς , είμαι ολομόναχη σε αυτό τον κόσμο».
Δεν είχα να πω κάτι άλλο. Ετοιμάστηκα να φύγω.
«Κανε υπομονή, όλο και κάποιος θα νοιαστεί για σένα» της είπα και γύρισα να φύγω.
Δεν μου απάντησε. Προχώρησα προς το αυτοκίνητο. Πριν βάλω μπροστά τη μηχανή έριξα μια τελευταία ματιά τριγύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Ακόμα και το σκυλί είχε γίνει άφαντο. Γύρισα τη μίζα. Η μηχανή μούγκρισε δυνατά σαν να ήθελε να αποδείξει με αυτό τον τρόπο τη δύναμη της. Πάτησα απότομα τέρμα το γκάζι. Το αυτοκίνητο όρμησε ασυγκράτητο μπροστά σχίζοντας με μίσος τη νύχτα. Λίγο πριν πάρω τη στροφή για να βγω στο κεντρικό δρόμο, ρίχνοντας μια πεταχτή ματιά στο αριστερό καθρεφτάκι μου φάνηκε ότι είδα ένα μεγαλόσωμο μαύρο σκυλί να στέκει στη μέση του δρόμου. Σάστισα για λίγο αλλά συνέχισα πατώντας το γκάζι με όση δύναμη είχε το πόδι μου. Το μοναδικό πράγμα που άφησα πίσω μου ήταν τα σημάδια του καουτσούκ που έμειναν στο δρόμο από τα λάστιχα του αυτοκινήτου.
Συγγραφική επιμέλεια: Γιώργος Κάππα
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.
(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου