Γράφει ο: Κostas leonardos
Όσο αγαπώ τους ανθρώπους, άλλο τόσο μπορώ και να τους μισώ.
Λόγια που αν τα φιλοσοφήσεις, θα αγαπήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Οι μέρες περνούν και μας προσπερνούν, εμείς μένουμε φαινομενικά κολλημένοι, ίσως λίγο χαμένοι και τσιμεντωμένοι στα ίδια και ξανά στα ίδια. Aυτό δεν πάει να πει πολλές φορές ότι είναι και κακό, αρκεί να καταφέρνει κάποιος να μπορεί να συνδυάζει, έστω στο ελάχιστο, τον έλεγχο των πράξεών του, με τις όποιες σκέψεις του. Ίσως με αυτό τον τρόπο κατορθώνεις να έχεις το εισιτήριο σε κάτι καλύτερο, την ελεγχόμενη καθημερινότητα. Έτσι στο μυαλό μας, τα Χριστούγεννα και ύστερα η Πρωτοχρονιά ήρθαν και έφυγαν. Μικροί και μεγάλοι στους δρόμους των μεγαλουπόλεων και της επαρχίας βγήκαν και μύρισαν τα όμορφα αρώματα από αυτές τις γιορτές: όμορφα παιδικά χαμόγελα, φωνές εκκωφαντικές μικρών και μεγάλων, πολύχρωμα μπαλόνια και αμέτρητες τσάντες, στα χέρια του απλού κόσμου που τις κοιτούσα να πηγαίνουν αριστερά και δεξιά, μέσα στους στενούς και φαρδύς δρόμους της μεγαλούπολης. Παρά την όποια λεγόμενη και επονομαζόμενη κρίση ο κόσμος φαίνεται ότι έχει ακόμα την ανάγκη να το ρίξει έστω και λίγο έξω, με τα όσα μετρημένα κουκιά ακόμα διαθέτει, σε αντάλλαγμα... το χαμόγελο από δικούς του ανθρώπους.
Ακολουθούσα και εγώ το δρόμο του ενστίκτου, αφουγκραζόμουν, κοιτούσα το πλήθος ίσως με μια άλλη ματιά, μα δεν μιλούσα, παρά μόνο στην σιωπή, σε αυτή που ξέρεις ότι θα σε καταλάβει καλύτερα από τον κάθε νοήμων άνθρωπο. Δεν μπορώ να πω, και εγώ έκανα το καταναλωτικό μου χρέος. Όμως θα πρέπει πάντα να το κοιτάει κάποιος σε πιο πολύ βάθος από το φαινομενικό. Σαν ιδιοσυγκρασία και φιλοσοφία είμαι κατά του καταναλωτισμού και γενικότερα κατά της άσκοπης ενέργειας, αυτής της ενέργειας που απλά θα σε χαροποιήσει προς στιγμήν, ύστερα θα σε ξαναβυθίσει στην εσωτερική απληστία, όπου ο άνθρωπος είναι ένας φυσικός μαέστρος, που κάθε φορά θέλει όλο και πιο πολλά για να ικανοποιηθεί, ώσπου στο τέλος, η λέξη απληστία γίνεται ένα με το εγώ του. Θέλοντας όμως και μη, για το καλό που λένε της χρονιάς, το έριξα λίγο παραέξω. Έτσι βρέθηκα και εγώ με μια τσάντα στο χέρι, να περιπλανιέμαι σαν ένας χαμένος επισκέπτης αυτής της πόλης. Πάντα όμως θέλω να πιστεύω ότι θα ξέρει πού βαδίζει, πού πάτα και πού βρίσκεται, όχι γιατί είμαι κάτι εξωπραγματικό ή διαφορετικό ή κάποιος που θέλει να δείξει κάτι, αλλά την διαφορετικότητά μας την δείχνουμε ακριβώς στο σημείο της λέξης κλειδί.... της ελεγχόμενης καθημερινότητας... Καλά πέρασα αυτές τις γιορτές, ίσως πιο οικογενειακά από το σύνηθες, είναι όμως το τίμημα, αλλά γι’ αυτό δεν είναι και οι γιορτές; Για να θυμίζουν τους πιο δυνατούς δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους, του πιο κοντινού περιβάλλοντος του καθενός μας;
Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και έφτασε αισίως στα μέσα του μήνα. Μπρος στα μάτια μου είδα διάφορα γεγονότα. Είναι όμορφο να ξυπνάς με σκέψεις, αλλά και αληθινά βιώματα. Θα αναφέρω ενδεικτικά τα πιο χαρακτηριστικά και σημαδεμένα στην σκέψη. Πόσες πιθανότητες λοιπόν έχεις, να είσαι πάνω σε ένα βουνό και τον χειμώνα να μην δεις το χιόνι να στρώνεται εμπρός στα μάτια σου; Πολύ λίγες. Γιατί εκεί είναι που μπορεί να φωλιάζει και να μεγαλουργεί αυτό το όμορφο λευκό σεντόνι. Αν όμως τώρα είσαι κάτοικος νοτίων προαστίων και το πρωί ανοίξεις την κουρτίνα σου και τα μάτια σου καταφέρουν εμπρός σου να δουν τις νιφάδες από χιόνι... πόσες πιθανότητες θα έχεις για να το ζήσεις και αυτό; Πάλι ελάχιστες, έως πολύ λίγες. Και όμως αυτές τις λίγες μέρες το έζησα και αυτό. Είδα νιφάδες να ακουμπούν αργά και απαλά στο έδαφος και ύστερα να χάνονται και αυτές μεταμορφωμένες σε απλό νερό, κάποιες άλλες με δυσκολία θα φτιάξουν μια μικρή στρώση πριν και αυτές χαθούν στην πιο ζεστή ατμόσφαιρα. Μέσα σε όλα αυτά είμαι διπλά τυχερός αφού κατάφερα να δω ένα όμορφο, περίεργο και σπάνιο κόκκινο καναρίνι που είχε δραπετεύσει και αυτό όπως φαίνεται από κάποιο στενόχωρο κλουβί, ξεκινώντας την δικιά του Οδύσσεια στο άγνωστο, στο αβέβαιο, αλλά πάντα σε αυτό που του όρισε η αντίδραση στο να τρέξει προς την δικιά του παγωμένη ελευθερία.
Οι δουλειές όμως τρέχουν και δίχως πολλές επιλογές ξεκίνησα το δρόμο μου για τα βόρεια προάστια. Οι νιφάδες πύκνωσαν σιγά σιγά με την ώρα και ο χρόνος φαινόταν ακόμα πιο αργός στο πέρασμα της μέρας. Η κίνηση στους δρόμους της τσιμεντούπολης δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό εκτός από το δεδομένο του αργού σαλίγκαρου που λέω εγώ. Σε όλο το δρόμο ένα νερό παγωμένο, μια ατμόσφαιρα υγρή και ένα κρύο που πιρουνιάζει τα κόκκαλα. Όλα δείχνουν όμορφα και ήρεμα, παρά το όποιο κρύο της μέρας. Λίγο παραδίπλα παιδάκια πετροβολιούνται με χιονόμπαλες και τα χαμόγελα φαίνονται όμορφα. Είναι όμως όλα τόσο φαινομενικά τέλεια; Όχι πολλά μέτρα όμως από το βλέμμα μου, κείτεται ένας άστεγος σε κάτι χαρτόκουτα με το ένα του χέρι απλωμένο, το κεφάλι σκυφτό, τα ρούχα του λιτά και σίγουρα όχι πολύ ζεστά. Κοιτάζω την φιγούρα του που είναι σαν σε παραμύθι σε αυτό το υγρό μισοχιονισμένο τοπίο και στο μυαλό μου ανακαλύπτω πως στο δικό του πρόσωπο θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε γνωστός, φίλος, αδερφός, πατέρας. Αμέσως συνειδητοποιώ, ότι τελικά οι μέρες δεν είναι και τόσο τέλειες και σίγουρα δεν μπορεί να είναι πάντα χαρούμενες για όλους.
Υπάρχουν και οι άλλοι άνθρωποι, αυτοί του πεζοδρομίου, εκείνοι που η μοίρα φαίνεται να τους καταδικάζει στον άτυπο τίτλο των ανθρώπων του δρόμου και του κρύου. Θυμίζουν ίσως και λίγο από τα πιο παλιά χρόνια, εκείνα του παππού και της γιαγιάς που μιλούσαν για το παραμύθι με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, που όσα σπίρτα και αν έκαψε σε μια νύχτα της πρωτοχρονιάς δεν μπόρεσε να ζεστάνει το κορμί της, για να σωθεί τελικά από την μεγαλοψυχία εκείνων των τότε ανθρώπων. Για εκείνη η μοίρα προκαθόρισε την τύχη της. Για όλους τους άλλους γύρω μας όμως, φαίνεται να μπορούμε να προκαθορίζουμε εμείς, με την δικιά μας κίνηση και συμπεριφορά, στην πιο ελάχιστη βελτίωση μιας μικρής χαρούμενης μέρας και για όλους εκείνους που δεν είχαν την ίδια ευκολία προσπαθώντας και αυτοί να περάσουν στο πάνθεον της επόμενης χρονιάς και μέρας, όχι σαν γελωτοποιοί ούτε σαν παραγκωνισμένες φιγούρες, αλλά ως άνθρωποι και πολίτες αυτής της χώρας και στρογγυλής γης. Έτσι η απόφασή μου ήταν ακαριαία. Έκανα στην άκρη και κατάφερα να ξεκλέψω λίγο από τον πολύτιμό μου χρόνο, κατάφερα να παρκάρω με πολύ δυσκολία μιας και η τσιμεντούπολη πλέον εχθρεύεται τους πάντες και τα πάντα και καθώς τον πλησίαζα το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια του, που ήταν σκασμένα και λίγο πιο φουσκωμένα από το κανονικό. Φορούσε κάτι ψευτογάντια γεμάτα τρύπες.
'Καλημέρα πατριώτη’ του ψελίζω. Σηκώνει το πρόσωπο του, με κοιτάει με το βλέμμα του απογοητευμένου ανθρώπου, μου ρίχνει μια συνολική ματιά από πάνω εως κάτω και μου λέει ‘Πεινάω’. Χωρίς να το πολυσκεφτώ πετάχτηκα στο περίπτερο και πήρα κάτι -ένα ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο. Έστω και αυτά τα λίγα κρουασάν που πήρα θα ξεγελάσουν την πείνα του. Δεν φαινόταν ζητιάνος, ούτε καν άνθρωπος με σκοπιμότητα και κουλτούρα ζητιάνου. Άλλωστε ποιος θα είχε την όρεξη να κάτσει σκόπιμα μέσα στο κρύο από άποψη. Τον ρώτησα που μένει, μου είπε ότι πλέον δεν μένει, είναι κάτοικος ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού αγνώστου ιδιοκτήτη, και μερικά πρωινά κάτοικος αυτού του πεζοδρομίου, συμπληρώνοντας ‘αυτή η πόλη με μισεί’... Τα λόγια του βρήκαν στόχο στην δικιά μου ψυχοσύνθεση. Είναι αυτό που λέω πάντα, αυτής της πλούσιας μα μίζερης χώρας, που κάθε μέρα σκορπάει ανούσια χιλιάδες ευρώ, κάνοντας όμως κάποιους να πεινάνε και που κάθε φορά θυμίζει την αντίφαση των δύο πλευρών: εκείνων που λυπούνται εξ αποστάσεως και εκείνων όλων που βιώνουν την πραγματικότητα πάνω στο κρύο έδαφος. Έσκυψα δίπλα του και κάθισα μαζί του στο πάτωμα του πεζοδρομίου, γιατί έτσι και αλλιώς δεν έχω να χωρίσω τίποτα με αυτόν τον άνθρωπο. Είμαστε και οι δύο κατατρεγμένοι. Αυτός σωματικά και ψυχικά και εγώ πεθαμένος εγκεφαλικά από εικόνες. Πιο πολλά μας ενώνουν παρά μπορούν να μας χωρίζουν.
Τον ρώτησα τι επαγγελόταν πριν φτάσει μέχρι εδώ, χαμογέλασε, έσκυψε και έπιασε μια τσάντα που είχε παραδίπλα του, άνοιξε ένα σκονισμένο και βρεγμένο κουτί και από μέσα έβγαλε ένα πινέλο, ή λεπτές μακριές τρίχες, που είχαν και αυτές κατσαρώσει μέσα στο κρύο και την πολυκαιρία εκτός του φυσικού τους χώρου που είναι το διαλυτικό και η συντήρηση. Του είπα τότε ‘Σήκω μην κάθεσαι τέτοια κρύα μέρα στο δρόμο, θα σου δώσω εγώ το σημερινό μεροκάματο σου, αρκεί να φτιάξεις κάτι για μένα. Θέλω να είναι μοναδικό όσο και εσύ σε αυτή την πόλη’. Με κοίταξε παραξενεμένος αλλά και πάλι χαμογέλασε, λέγοντας ‘Έχεις καλή ψυχή. Ο Θεός ξέρω ότι θα σε βοηθάει’ Άνοιξε και την τσάντα που του έφερα από το περίπτερο, τραβάει ένα κρουασάν και μου προσφέρει το μισό. Δεν αρνήθηκα να φάω μαζί του. Έτσι και αλλιώς πλέον ξεκίνησε η συνεργασία μας. Έβγαλε την πολύχρωμη παλέτα του και άρχισε να ζωγραφίζει με τα πιο αχνά χρώματα της μέρας, μέσα από το σχέδιό του αμέσως κάτι ζέσταινε την ατμόσφαιρα. Δεν υπήρχε καν κάποια θέρμανση, ούτε καν κάτι που να θυμίζει πως μπορεί να παράγει ενέργεια. Η μόνη ενέργεια ήταν αυτή των πινέλων του, που όσο τα βούταγε μέσα στο χρώμα τόσο πιο πολύ ζέσταινε και τους δύο μας. Από το σχέδιό του, φλόγες άρχισαν να ξεπηδούν και όμορφα κούτσουρα να διαφαίνονται μισοκαμμένα και πυρακτωμένα. Όταν έβαλε το πινέλο του στην θήκη με κοίταξε με μάτια θλιμμένα, έκατσε στην καρέκλα του -που και αυτή σάπιζε σιγά σιγά και έτριζε σαν μια σκουριασμένη πόρτα-, άπλωσε τα χέρια του, τα κράτησε τεντωμένα στην ζεστή φλόγα του πίνακα. Θα ορκιζόμουν ότι ένιωθα σαν να είμαι στο πιο ζεστό δωμάτιο ενός σπιτιού. Μου λέει ‘Το έργο σου είναι έτοιμο’. Βγάζω το δικό μου αντίτιμο και του το προσφέρω. ‘Είναι πάρα πολλά’ απάντησε. Του έσφιξα την γροθιά με τα χέρια μου... ‘Για τα πινέλα σου’ του ανταπαντώ. Φεύγοντας τον κοίταξα και του είπα ‘Δεν μου είπες το όνομα σου’. ‘Νεκτάριος’ ακούστηκε να λέει. Του ζήτησα να μου υπογράψει τον πίνακα με το όνομά του. Το έκανε χαμογελώντας... ‘Σ’ ευχαριστώ. Είμαι πολύ τυχερός που σε γνώρισα’ του είπα. Φεύγοντας ένιωσα ένα κενό, σαν αυτό το κενό που νιώθει κάποιος όταν φεύγει μακριά από κάτι που τον έδεσε και τον κρατάει να είναι κολλημένος και αγκυροβολημένος σαν τα καράβια της θάλασσας. Ίσως τίποτα να μην είναι τυχαίο σε αυτή την ζωή...
Είναι πολύ εύκολο να μπορεί κάποιος να κρίνει πάντα όμως εξ' αποστάσεως, αφού η διαφορετικότητα της καθημερινότητάς του είναι άλλη, και χωρίς να τον αγγίζει η επιμέρους κατάσταση. Έτσι, η όποια κριτική στην σκέψη που μπορεί να κάνει, φαίνεται να είναι εκ του ασφαλούς. Παρά ταύτα, εγώ σήμερα ίσως να άγγιξα και να έθιξα κάτι που δεν μας αγγίζει όλους άμεσα, αλλά έμμεσα θα έπρεπε να το βιώνουμε, όχι για κάποιο λόγο, αλλά γιατί απλά όλοι πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να βρεθούμε στην ίδια θέση, στην ίδια μοίρα. Αυτή την μοίρα που δεν θα την διαλέξεις όταν θα σε βρει, αλλά θα την νιώσεις γιατί θα σε ακουμπάει πλέον όλο και πιο πολύ. Σε κάποιους μάλλον μπορεί να ακούγεται μακρινό σενάριο; Ίσως... Αλλά ο χρόνος θα δουλέψει για όλους σε μια δικιά τους, προσωπική και μοναδική πραγματικότητα. Το μόνο που θα μπορεί να μείνει σε όλους, θα είναι η όποια αλληλεγγύη και συμπόνια μπορεί να προσφέρει κάποιος. Όχι σαν ζητιανιά, αλλά σαν πράξεις αγάπης στον όποιο συνάνθρωπο.
Στην ομορφιά και στην ασχήμια αυτής της ζωής,
που πάντα θα μπορούμε να επιλέγουμε πόσο θα συμβάλουμε
στο να γίνει καλύτερη ή χειρότερη η καθημερινότητα μας.
Αφιερωμένο στον Νεκτάριο Μακρογιαννάκη, ζωγράφο,
άστεγο μα με καρδιά πιο ζεστή και από την φωτιά.
Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.
(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)



Aυτή την πλευρά σου δεν την είχα δει και μ'αρέσει... :)
ΑπάντησηΔιαγραφήOσον αφορά το κρύο και το χιονι:
N.Π - Β.Π (1-2) ;)
Υ.Γ Τη ζωγραφιά που δεν ανέβασες εδώ την περιμένω στο μέηλ μου...
Πράγματι, ίσως είναι γιατί το νόμισμα πάντα μπορεί να έχει δύο όψεις. Αυτήν την όψη που μπορούμε να βλέπουμε καθώς όταν στρίψουμε στο αέρα το νόμισμα και καταφέρει να πέσει μέσα στην παλάμη μας,τότε θα εμφανιστεί η μία εκ των δύο. Και ύστερα η άλλη θα είναι μέσα στην σκιά, θα κρύβετε, μα πάντα θα υπάρχει. :)
ΔιαγραφήΠολύ τρυφερή ανάρτηση αφιερωμένη στην καινούργια χρονιά!
ΑπάντησηΔιαγραφήΥπέροχες κι οι αντιθέσεις των εικόνων ... το κόκκινο καναρίνι μέσα στο λευκό του χιονιού, τα πινέλα και τα χρώματα μέσα στο μουντό των πεζοδρομίων, η ζεστασιά των συναισθημάτων μέσα στο κρύο της απρόσωπης πόλης !
Καλή Χρονιά λοιπόν και με άλλες παρόμοιες αναρτήσεις !!
Έτσι είναι όμως και η ζωή, γεμάτη χρώματα, ήχους και μυρωδιές, όσοι τα βλέπουν μονοδιάστατα, μάλλον απλά δεν ζουν σε αυτόν τον κόσμο... Η κάθε ανάρτηση μου είναι πάντα ξεχωριστή για μένα, και ίσως με αυτοπροσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό. Σε ευχαριστώ Levina για το όμορφο σχόλιο σου,την καλημέρα μου :)
Διαγραφή