Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Η εγκατάλειψη της ψυχής.



Γράφει ο: Kostas leonardos 

Το να γράφω πάντα σε πρώτο πρόσωπο, είναι 
βιωματική μου συνήθεια, αν όχι και η πραγματική μου ιστορία.


Μέσα σε ένα τοπίο, από την απόλυτη ηρεμία της σιγής και της ανατριχιαστικής μοναξιάς, από τα φυλλώματα των δέντρων και το θρόισμα που μπορείς να ακούς στην ανοιχτή φύση, αρχίζεις να νιώθεις τον πόνο, την μοναξιά, την υπαρκτή υγρασία που σε τρυπάει σε όλα τα κόκκαλα.  Προσπαθείς να αντιδράσεις, να νιώθεις και να καταλαβαίνεις, όμως οι δυνάμεις του σώματος πλέον εξασθενούν και βιώνεις την απόλυτη πραγματικότητα...  Θες να φωνάξεις,  ουρλιάζοντας πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το ίδιο το τίποτα.  Κι όμως δεν φωνάζεις γιατί απλά δεν μπορείς, αλλά κατορθώνεις να το κάνεις, μόνο εσωτερικά και εκεί είναι που αρχίζουν να σε αφήνουν και οι τελευταίες δυνάμεις σου. To μόνο που έχεις να νιώσεις τότε, είναι απλά ένα κρύο, στην κρύα γυαλιστερή άσφαλτο, την κρύα άρνηση της ύπαρξης της μισανθρωπιάς, που κάποιος μπορεί να φέρθηκε τόσο ασυνείδητα. Μα και τόσο ατιμώρητα να μπορεί να διαφεύγει και εσύ να μένεις ακόμα εκεί, στο ίδιο ξένο, μα πλέον οικείο σημείο. Όσο δυνατός και αν είσαι, βρίσκεσαι στην πραγματικότητα και δεν αντέχεις την αλήθεια που νιώθεις, την νέα αλήθεια του άγνωστου. Δεν έχει σημασία πως με λένε, δεν έχει σημασία αν θα με ξέρετε προσωπικά ή όχι. Η ώρα όμως δείχνει 5.38 πμ και οι δείκτες του χρόνου στο σπασμένο τζάμι από το ρολόι χειρός μου έχουν κολλήσει, στραπατσαρισμένοι και τσαλακωμένοι, λες και κάποιος που βάλθηκε να τους εξοντώσει, πάγωσε και αυτός μένοντας ακίνητος.  Πλέον δεν κινείται τίποτα γύρω μου από όσα αντιλαμβανόμουν να συμβαίνουν μέχρι προ λίγου.  Αλλά... δεν ήταν μόνο ο χρόνος τόσο χάλια, ήμουν και εγώ ακόμα περισσότερο, μέσα σε μια θερμή ατμόσφαιρα που έδειξε το αμείλικτο πρόσωπο μιας νέας κατάστασης.  Ρεαλιστική πραγματικότητα, ή ένα όνειρο;  Δεν είναι εύκολο να το ξεχωρίσεις, γιατί η διαφορά του βιωματικού από του συνειδητού είναι σαν μια μικρή κλωστή που υφαίνει τον ιστό στην μετάβαση της ζωής και του θανάτου. Μικρές σταγόνες αίμα, κυλούσαν αργά στα μακριά δάχτυλα, το κόκκινο ήταν το μόνο χρώμα που αγαπούσα.  Ειρωνεία. Να αγαπάς κάτι που φαίνεται να σε σκοτώνει.  Μπορεί τα χρώματα να έσβησαν ίσως και να ξεθώριασαν μέσα στην θολωμένη σκέψη του μυαλού, μπορούσα όμως να διακρίνω ένα ημερολόγιο πεταμένο πιο δίπλα, που ξεπήδησε μέσα από ένα ξεχασμένο τσαντάκι, σκορπισμένο και αυτό σε τρία κομμάτια.  Δεν θυμάμαι καν την μέρα που ήταν, έδειχνε όμως την χρονολογία, 13/5.  Προσπάθησα να ξεχωρίσω την χρονιά, αλλά η όραση μου, φάνηκε αδύναμη σε αυτό το νέο μου τοπίο.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος μπορεί να είχε περάσει, πρέπει να είχα χάσει και τις αισθήσεις μου σε κάποια χρονικά σημεία. Αυτός ο δρόμος με σκοτώνει σκέφτηκα.  Πρέπει να φύγω από εδώ.  Ήταν μια από τις πολλές χαμένες και τελευταίες πάλι σκέψεις μου, πριν καλά καλά τελικά ξανά ξεκινήσω τον βαθύ ύπνο της λιποθυμίας μου.  Ένας κυκεώνας πραγμάτων, σκέψεων, συναισθημάτων, και ξανά λιποθυμικών τάσεων και καταστάσεων που κυριεύει την ύπαρξή μου.  Ο χρόνος κύλαγε και κανένα δείγμα ζωής δεν ακουγόταν πουθενά από το σημείο στο οποίο βρισκόμουν.  Αλήθεια που βρισκόμουν;  Πώς βρέθηκα εδώ;  Γιατί δεν ήμουν σπίτι μου;  Δεν το κατάλαβα ποτέ, γιατί ποτέ δεν θυμόμουν πραγματικά το πως καθόμουν εκεί, δεν ήξερα τι τελικά είναι αυτό που νιώθω.  Νομίζω πως ο πόνος υποχώρησε σε αρκετές στιγμές.  Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου μάλλον υπολειτουργούν και σώνουν το σώμα μου από τους αβάσταχτους και αφόρητους πόνους που τους περνάω σε μια δεύτερη μοίρα. Γιατί η πρώτη φαίνεται να είναι πλέον οι σκέψεις.  Σκέψεις ορατές και αόρατες, σκέψεις που δεν αφήνουν την θέληση της φωνής, αλλά σκέψεις χωρίς υπαρκτή αντίδραση του σώματος.  Όσες εντολές και αν έδωσα στα πόδια μου δεν με υπάκουσαν.  Πλέον τα χέρια μου και αυτά κουλουριασμένα και ασύνδετα σε κάθε μου σκέψη…  Υπολειτουργία και του ίδιου του μυαλού, σχεδόν ανίκανος για κάθε λογική χρήση του κατασκευαστή μου. Μπορεί να ξέχασα πού πάω και να νοιώθω χαμένος.  Φαντάζομαι πλέον πως στον δρόμο μου, μόνος περπατώ, ότι όλα γύρω μου φαίνονται σαν να έχουν κουραστεί, και εγώ ακόμα πιο πολύ, μα και σε κάποιες στιγμές βλέπω λάμψεις, σκιές, και πάλι φωνές. Δεν είναι η αδυναμία μου, δεν είναι η φαντασία μου, ούτε καν η τρέλα που με περιτριγυρίζει σε ένα μοναχικό τοπίο, αλλά είναι η μοίρα που με καλεί στο νέο μου ταξίδι.  Σε αυτό το ταξίδι που θα το κάνουμε όλοι αργά ή γρήγορα και θα βρεθούμε στον προορισμό της προσωπικής μας λύτρωσης. Οι φωνές έρχονται ακόμα πιο κοντά και είναι γυναικείες, με όμορφες ψιλές χροιές.  Νιώθω ότι πλέον είναι σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, κι αναθάρρησα μέσα στην σκέψη. Ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει.  Δεν μπορούσα να δω γιατί το πρόσωπό μου είχε γύρει με κατεύθυνση την άσφαλτο.  Μόνο τα μάτια μου μπορούσαν σχεδόν να αλληθωρίζουν προς το βάθος του δάσους.  Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν μια ξύλινη κούνια, με μισοσπασμένο το ένα  της κορδόνι, που έγερνε κι αυτή κατά 45 μοίρες, όπως και εγώ άλλωστε.  Μόνο αυτό μπορούσα να κάνω σε περιορισμένη συχνότητα, χωρίς να καταφέρνω να συγκρατήσω την ματιά πάνω από κάποια δεύτερα του χρόνου.  Θυμάμαι μια λίμνη αίματος γύρω μου και μια παρουσία από πάνω μου.  Μάλλον πρέπει να ήμουν τυχερός μέσα στην ατυχία μου, κάποιος νοιάστηκε για την κατάστασή μου…   Θα ήταν οι φωνές που άκουγα πριν…


Πράγματι μια φωνή μου μίλησε και ήταν σίγουρα γυναικεία.  «Μην φοβάσαι.» μου λέει, «Έχουμε καλέσει να σε πάρουν από εδώ.  Σύντομα θα βρεθείς σε καλύτερο μέρος. Κάνε μόνο υπομονή.  Είσαι τυχερός, και μόνο που ακόμα ζεις.» Το μόνο που κατάφερα ήταν να κουνήσω τα δυο μικρά μου δάχτυλα σε μια κίνηση ευγνωμοσύνης. Τα επόμενα λεπτά μου φάνηκαν αιώνες, αν όχι ολόκληρα χρόνια, αλλά το άγγιγμα αυτής της ανθρώπινης φιγούρας μου έδινε ακόμα το δικαίωμα της ελπίδας και έχω μάθει να μην πετάω τις όποιες ευκαιρίες μου δίνει απλόχερα η μοίρα. Φώτα λάμψεων έρχονται από μακριά, τα νιώθω, ήχοι ουρλιαχτού σειρήνας ακούγεται όλο και πιο πολύ να πλησιάζει.  Πάλι αισθάνομαι να χάνω τις δυνάμεις μου.  «Όχι τώρα ρε γαμώτο»  λέω από μέσα μου, «όχι τώρα, έφτασες ακόμα πιο κοντά στην σωτηρία της ίδιας της ζωής».  Ένα άγγιγμα απαλό επάνω μου και ύστερα χάθηκα ξανά μέσα στην λιποθυμία μου...  Ξύπνησα πάνω σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ούτε ήξερα που βρισκόμουν.  Ήμουν μόνος σε ένα δωμάτιο κενό, αμπαλαρισμένος σαν δέμα για αποσκευές εξωτερικού. Το μόνο που έλειπε ήταν τα αυτοκόλλητα, εύθραυστων... Ούτε κατάλαβα πολλά, αλλά φαινόμουν μέρες να ήμουν σε αυτό το χάλι. Δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να κουνηθώ, μα όμως ζούσα και αυτό μάλλον ήταν και ο αυτοσκοπός. Μόνο αν φτάσεις στο κατώφλι του θανάτου μπορείς να εκτιμήσεις την πραγματική αξία της ζωής.  Όμως θα πρέπει να δεις ότι την αξία στην ζωή την δίνει ο ίδιος ο θάνατος, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσες να νιώσεις το απόλυτο υπαρξιακό χάσμα. Όσο τραγελαφικό και αν ακούγεται, δεν παύει να είναι η πιο διαχρονική ρεαλιστική πραγματικότητα και την νιώθεις μόνο βιώνοντάς την. Πέρασαν αρκετοί μήνες.  Πλέον ένιωθα πολύ καλύτερα, ήμουν γερός, δυνατός, μπορούσα και πάλι να δω την ζωή στα μάτια, και να την εκτιμήσω πολύ καλύτερα από πριν. Ρώτησα γνωστούς και συγγενείς αν η κοπέλα που με περιμάζεψε από το δρόμο ήταν τραυματιοφορέας.  Κανένας δεν ήξερε γιατί πράγμα μίλαγα.  Πήγα στο ίδιο το νοσοκομείο και ζήτησα να μου δώσουν τα ασθενοφόρα της βάρδιας του περιστατικού.  Μου τα έδωσαν, μα δεν υπήρχε γυναίκα στην βάρδια εκείνη. Είναι κάποια πράγματα που μπορούν να παίζουν μαζί σου ή απλά να θέλουν κάτι να σου πουν.

Έτσι η απόφασή μου ήταν καθοριστική και τελειωτική.  Κατέβηκα να ξαναδώ το σημείο στο οποίο βρέθηκα μια νύχτα, με την κρύα άσφαλτο, με την ζεστή ατμόσφαιρα, σε εκείνο το δάσος με την ξύλινη γυρτή κούνια και με τις πιο όμορφες πράσινες φυλλωσιές, μόνο που πλέον πήγα μέρα. Έφτασα στο σημείο με πολύ έντονη συγκινησιακή φόρτιση.  Και μόνο το τοπίο γύρω μου έμοιαζε τόσο διαφορετικό στο φως, με τις όμορφες ηλιαχτίδες να διαπερνούν τα φυλλώματα από τα ψηλά δέντρα ολόγυρά μου. Η κούνια στεκόταν ακόμα εκεί.  Λίγο παραδίπλα πετάμενα πλαστικά από την τόση ευαισθησία αυτού του κόσμου.  Η φύση πεθαίνει με όλους εμάς, σκεφτόμουν, αλλά εμείς δεν ξέρουμε καν ποιοί είμαστε, οπότε πώς μπορείς να σεβαστείς κάτι για το οποίο ποτέ δεν έκατσες να ψάξεις μέσα σου για να σεβαστείς...  Παραμερίζω όλες τις βρωμιές και εναποθέτω ένα λευκό τριαντάφυλλο, συμβολικά.   Θα αναρωτηθεί κάποιος μα γιατί λευκό;  Γιατί το λευκό μπορεί να συμβολίζει την ταπεινότητα, αγνότητα, αγάπη, αθωότητα.  Το αγνό λευκό συμβολίζει ακόμα την αλήθεια και την ευλάβεια, πού σίγουρα ένιωθα εκείνη την νύχτα.  Το δωρίζεις, εκεί στο πουθενά και στέλνεις ένα μήνυμα πίστης το οποίο λέει ότι "εγώ θα είμαι ο άξιός σου".  Στο δεξί μου χέρι κράταγα και ένα κερί, ένα κερί για την καλή τύχη, ένα κερί για την χαμένη ψυχή μου, πού μάλλον φαίνεται να μην εγκατέλειψα, εκεί που ο χρόνος για μένα πάγωσε. Κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι δεν ήταν τυχαίο.   Πώς όμως θα μπορούσα να το δω μόνο ως τύχη;  Εγωιστικό για κάτι τόσο ανυπέρβλητο, για κάτι που δεν οφειλόταν μόνο σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά σε κάτι, πιο μαγικό... πιο μεγάλο... που κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει.  Γιατί αν θα μπορούσε... θα ήταν και θεός...


Αν έχεις καταφέρει να μείνεις στο σκοτάδι δεν το φοβάσαι, το απομυθοποιείς.
H ζωή του θανάτου είναι ανίκητη στον χρόνο που βιώνει ένας άνθρωπος,  
Ήρθα και έφυγα ξανά, για να μπορέσω να ακολουθήσω κάτι που στο τέλος.....
Δεν μπορούσα ούτε ο ίδιος να νικήσω. Πώς λοιπόν θα αντιμετώπιζα ακόμα την αλήθεια;
Έτσι η ζωή μπορεί να συνυπάρχει με το θάνατο, αρκεί να μην εγκαταλείψουμε την ψυχή μας.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)




1 σχόλιο: