Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Η επιστροφή της Πηνελόπης


Γράφει η : Έλλη Κωνσταντίνου

Κι όμως... Εκείνο το ίδιο βράδυ που ο Οδυσσέας ντυμένος ζητιάνος έμπαινε στη σάλα με τους στοιβαγμένους μνηστήρες, η Πηνελόπη δεν ήταν εκεί...
Το πέπλο είχε υφανθεί από καιρό και δεν ήταν πέπλο... ήταν σεντόνι... Να αγκαλιάζει τους εραστές. Τι την ένοιαζε την Πηνελόπη αν οι μνηστήρες στοιβάζονταν στη σάλα της;... Τον άντρα τον είχε βρει κι ήταν έξω απ' το παλάτι. Τι την ένοιαζε αν οι μνηστήρες ξόδευαν το βιος του Οδυσσέα; Αυτή έτσι ή αλλιώς ήταν αλλού....

Η Πηνελόπη είχε κουραστεί... Βαρέθηκε το ρόλο της... Ήταν νέα... κάποτε υπήρξε και πιο νέα... εν τω μεταξύ πέρασαν 19 χρόνια. Εντάξει... και τώρα καλή είναι, μα σκέφτεται οτι ή ζωή της χρωστάει πολλά πράγματα... κι αν ακόμη δεν είναι έτσι, τότε χρωστάει η ίδια πολλά πράγματα στη ζωή της. Χρόνια πίστης!.. από άποψη! Κι εκείνος... άλλοτε έτσι, άλλοτε αλλιώς. Έφυγε.. να πάρει πίσω την Ελένη. (τι μας ένοιαζε η Ελένη εμάς;)
10 χρόνια πόλεμος για τα μάτια μιας γυναίκας που ο ίδιος ποτέ δεν είχε δει τα μάτια της. Κι έπειτα όταν οι επιζώντες ένας - ένας επέστρεφαν κι αυτός όχι, κάθε χρόνος που περνούσε βάραινε και περισσότερο. Ήταν σίγουρη οτι ζούσε. Κάτι του τύχαινε και καθυστερούσε. Έτσι ήταν αυτός... το ένα δεδομένο. Το δεύτερο ήταν αυτή.... Έτσι ήταν αυτή. Περίμενε... δεν έφευγε.

Ήταν ένα πρωινό του Ιούνη. Η ζέστη ανυπόφορη. Η Πηνελόπη ξύπνησε νοιώθοντας δυσφορία... τα σεντόνια κολλούσαν στο ιδρωμένο της κορμί. Παραιτημένη χρόνια... δεν είχε λόγο να φροντίζει τον εαυτό της... Κανένας δεν την άγγιζε. Εκείνος έλειπε 19 χρόνια... Μια φορά στις τόσες, οι δούλες... όχι η ίδια, την περιποιούνταν ή της χτένιζαν τα μαλλιά. Έφτανε αυτό. Σήμερα όμως ένοιωθε την ανάγκη να πλυθεί! Σηκώθηκε... πήγε στο παράθυρό της. Κοίταξε έξω. Της άρεσε... Πόσον καιρό είχε να βγει απ' το παλάτι; Πόσον καιρό είχε να της αρέσει κάτι; Σήμερα θα έβγαινε... μόνη και κρυφά!

Προσπάθησε να θυμηθεί πού ήταν το ποτάμι εκείνο...

Έφυγε! μόνη της... κρυφά. Ήξερε το μυστικό πέρασμα που την έβγαζε έξω απ' το παλάτι. Άνοιξε το πορτάκι και βγήκε....... τόσο απλό ήταν.
"Για δες πόσο πράσινο είναι το χορτάρι, πόσο χώμα το χώμα, πόσο φωτεινή η μέρα..." Ανάμικτη χαρά και αγωνία κι η διαπίστωση τόσων χρόνων παραίτησης (πόσων αλήθεια;)... Κι εκείνο το "τίποτα" που σε περιμένει στο παρακάτω σου. Κι εκείνο που δεν περιμένεις γιατί δεν ξέρεις τι να περιμένεις πια... Όταν "δεν" συμβαίνει ζωή το λέμε γαλήνη ή κανονικά πράγματα. Όταν συμβαίνει, το λέμε πανικό! Και να 'τη τώρα έξω απ'την πόρτα του κάστρου απροετοίμαστη να της συμβεί ζωή, μαθημένη χρόνια τώρα να λιμνάζει μέσα στη γαλήνη της ανάμεσα σε "κανονικά πράγματα".
Και τότε... γιατί δε νοιώθει πανικό τώρα που ξεβολεύεται; Στο πρώτο βήμα της έξω απ' το κάστρο έτρεμε στην ιδέα της επιστροφής. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο βήμα που έκανε ποτέ. Το πρώτο βήμα της φυγής της. Τα υπόλοιπα, απλά την απομάκρυναν....

Η Πηνελόπη δεν ένοιωθε κυνηγημένη. Κυνηγός ήταν αλλά δεν ήξερε πώς να το νοιώσει. Γύρευε τα πλούτη; Όχι! Γύρευε τον άντρα; Όχι! Γύρευε και κυνηγούσε τη ζωή. Τουλάχιστον όπως τα βρέφη που μόλις βγαίνουν απ' τη μήτρα της μάνας τους... Κυνηγοί της ζωής από φύση. Χωρίς αγωνία, πανικό και λαχτάρα. Μόνο λίγο ξάφνιασμα με την είσοδο στον έξω κόσμο. Κλάμα... μια βαθιά ανάσα... κι έτσι λες να ζήσεις! Έτσι η Πηνελόπη είπε να ζήσει. Κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.... Όχι οτι δεν θα γύριζε σε λίγες ώρες... Όμως 19 χρόνια είχε να ακούσει την πόρτα να κλείνει πίσω της... Γι' αυτό και το "κλικ" του μάνταλου που ακούστηκε την συγκλόνισε... ήταν σα να της έδινε την εκκίνηση για ζωή.

Άρχισε να περπατά... σιγά στην αρχή... σχεδόν δειλά, από φόβο μην ξυπνήσει η γη απ' τον απρόσμενο επισκέπτη. Όσο απομακρυνόταν απ' το παλάτι όμως τόσο άνοιγε το βήμα της... όλο και πιο γρήγορα...όλο και πιο γρήγορα... μέχρι που άρχισε να τρέχει. Τι αίσθηση!!... Τη μια στιγμή νόμιζε πως είχε μεγαλώσει τόσο... σαν γίγαντας! και γι' αυτό, κανείς δεν θα τολμούσε να τη ρωτήσει "τι έκανες", γιατί ήταν έτοιμη να τον συντρίψει!! Την άλλη στιγμή ένοιωθε τόσο μικροσκοπική κι αντίστοιχα τόσο τεράστιο τον κόσμο που την περίμενε να τον βρει και να τον περπατήσει... Ένοιωθε έτοιμη να τον αντιμετωπίσει με δέος και λαχτάρα. Ένοιωθε έτοιμη και γι' αυτήν ακόμα τη συντριβή της.

Όσο απομακρύνονταν απ' το παλάτι, τόσο λες και ξεκαθάριζε η μνήμη της. Σχεδόν αναγνώριζε το τοπίο... 20 χρόνια μετά και μπορούσε να θυμάται δέντρα, δρόμους και με λίγη προσπάθεια και τα σημάδια του κόσμου.

Κάποια στιγμή το είδε. Σα να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που κολύμπησε στα νερά του. Σαν να μην τους χώριζαν σχεδόν 20 χρόνια. Το ποτάμι ήταν εκεί... το ίδιο κι εκείνη. Η τελευταία φορά που είχαν ανταμώσει,για την Πηνελόπη μπορεί να ήταν 20 χρόνια. Για το ποτάμι όμως δεν ξέρουμε πώς μετράει ο χρόνος... μπορεί "χτες" να είναι 20 χρόνια ανθρώπων για το ποτάμι. Κι εντέλει είναι αδιάφορο "τώρα"... Το "τώρα" την ένοιαζε... αμείλικτα δικό της!!

Η Πηνελόπη πλησίασε όπως θα πλησίαζε έναν καλό φίλο που η μοίρα το 'φερε να κάνουν πάρα πολλά χρόνια να ανταμώσουν. Δεν είχε φίλους η Πηνελόπη... Κι έτσι, είχε γίνει το ποτάμι φίλος της. Αυτό μάζευε τα δάκρυά της, αυτό ξεθύμαινε τους θυμούς της... αυτό άκουγε τα παράπονά της... Αυτό ήταν ο σιωπηλός θεατής της μοναξιάς της....

Μπήκε σιγά σιγά στα νερά του... Ούτε καν έβγαλε το ρούχο της. Ένοιωθε τα νερά του να βρέχουν όλο και πιο πάνω το κορμί της ώσπου είδε στο βυθό του. Γνώριμη αίσθηση μα ξεχασμένη. Κολύμπησε στα νερά του, ξαναβούτηξε ολόκληρη μέσα... ήρεμα... γλυκά, σχεδόν τρυφερά...

Δεν ξέρει πόση ώρα ήταν εκεί... Πάντως κάποια στιγμή τον είδε. Ήταν ξαπλωμένος στο μεγάλο κομμάτι βράχου. Αυτό... στην άλλη όχθη... που ήταν μεγάλο σαν δωμάτιο και που στο κέντρο του είχε μια αρκετά βαθιά λακκούβα. Εκεί λοιπόν, σ' αυτή τη λακκούβα, ο αέρας όλα αυτά τα χρόνια μετέφερε χώμα και κάποια στιγμή φύτρωσε ένα πεύκο... όχι πολύ μεγάλο, αλλά αρκετά ψηλό, ώστε να ρίχνει σκιά σ' αυτόν που θα καθόταν στον βράχο.Ίσως να καθόταν ώρα εκεί κι εξαιτίας της σκιάς να μην τον είδε... Η Πηνελόπη άλλοτε θα έφευγε. Τώρα δεν το σκέφτηκε καν. Δεν πλησίασε τον άντρα αλλά ούτε απομακρύνθηκε. Έμεινε εκεί να τον κοιτάει. Εκείνος σχεδόν ακίνητος δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της. Δεν μιλούσαν. Και δεν μιλούσαν για μέρες... για βδομάδες... Γιατί, κάθε πρωί η Πηνελόπη έφευγε απ' το παλάτι για να πάει στο ποτάμι... κι εκείνος ήταν πάντα εκεί... ακίνητος κι αμίλητος πάνω στον μεγάλο βράχο...


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ__________________________________________

Αγαπητή Πηνελόπη.

Πάνε 4 χρόνια που 'χω να σου γράψω. Δεν είναι οτι δεν είχα νέα, απλά όλα τα νέα μου μοιάζαν με παλιότερα κι είχα και να σκεφτώ πολλά... Μετά από την περιπλάνηση όλων αυτών των χρόνων μέσα μου, η αλήθεια είναι οτι κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα. Τι να τα κάνω θα μου πεις.... και θα 'χεις δίκιο.
Βασικά θέλω να σε ρωτήσω κα'να δυο πραγματάκια. Μετά από 20 χρόνια ταλαιπωρίας κατέληξες σε κάτι που σε έκανε να νιώθεις πιο σοφή ή απλά ΔΕΝ έφυγες;... Η λέξη που είπες μετά την επιστροφή του ήταν "θέλω" ή "ας είναι";... Η λέξη που 'λεγες 20 χρόνια ήταν "ξέρω" ή "υπομονή";....
Θέλω να κουβεντιάσω με κάποιον που να με νοιώθει αλλά φοβάμαι οτι κι εσύ μάλλον "υπομονή" έλεγες και "ας είναι" είπες.
Εγώ Πηνελόπη μου είπα "θέλω" και λέω "ξέρω". Η αλήθεια είναι οτι πόνεσα πολύ αλλά κατάφερα να είμαι ολόκληρη. Κι είχα χρόνια να νιώσω ολόκληρη και κατά συνέπεια δυνατή. Ξανάγιναν τα σημαντικά ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ και τα ασήμαντα ΑΣΗΜΑΝΤΑ. Τελικά σαν την πρέζα είναι όλα... λίγες μέρες κρατάει ο πόνος... λίγες μέρες είναι ο δρόμος για την ελευθερία, είτε με την άσπρη έχεις να κάνεις είτε με τις μαύρες σου. Λίγες μέρες δρόμος για να πεις οτι "εγώ γι' Αυτό, τα έζησα όλα... τα ξέρω όλα"!!

Εξήγησέ μου όμως αν μπορείς... γιατί για να βρεις τη γνώση πρέπει αυτό να βγει μέσα από δυσκολία και πόνο; Γιατί με την ευτυχία να μην μπορούμε να βρούμε τη γνώση... την ισορροπία μας τελικά; Η μακαριότητα είναι των φτωχών πνευμάτων θα μου πεις... Εντάξει!....

Έφτασα στα όρια Πηνελόπη.
Του πόνου, του έρωτα, του θυμού... Του θυμού!... Τι θυμός Πηνελόπη! Γλέντι σκέτο. Και πόνος και αίμα... τόνοι αίμα. Και δάκρυα... τόνοι δάκρυα... να μην έχεις να κλάψεις άλλο. Θάνατος. Πέθανα για να πλησιάσω τη γνώση Πηνελόπη.

'Εκανα μια ζωγραφιά... πάνω σε χιλιόμετρα μουσαμά με τόνους χρωμάτων! Να βουτώ στο χρώμα και να χτυπιέμαι στο μουσαμά με τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι... το σώμα ολόκληρο... Κι όταν είχα φτάσει εκεί στη μέση του έργου κι είχαν τελειώσει τα χρώματα, να μπήγω τα χέρια στη σάρκα μου κι ό,τι πιάνω απ' τα σπλάχνα μου να τα τραβώ... να τα πετάω έξω... κι εκεί στο μουσαμά, σπλάχνα και χρώμα και αίμα να συνεχίζουν τον πίνακα. Κι εγώ, με τρύπες στο σώμα να ξέρω οτι τελειώνω αν συνεχίσω... και να συνεχίζω... σέρνοντας.... υπογράφοντας με έντερα, συκώτια, πνευμόνια καρδιές και μυαλά τον θυμό μου.

Κι όταν άδειασα απ' ό,τι είχα μέσα μου, τυλίχτηκα μια κουβάρα πάνω στο μουσαμά κι έκλαψα πάλι πολύ. Το μόνο που 'χα να βγάλω ήταν δάκρυα. Ακίνητη, δεν ξέρω για πόσα χρόνια. Με κλάμα βουβό... Να θες να πνιγείς απ' το κλάμα σου, γιατί δεν κατάφερες να πεθάνεις κομματιάζοντας τη σάρκα σου... Μα όταν ήρθε ο ύπνος, ήξερες οτι είχες τελειώσει με όλα... και με τη ζωή και με τον θάνατο.

Όταν ξύπνησα, περπάτησα πάνω στον πίνακα ήρεμη. "Εδώ είναι η καρδιά μου" έλεγα... "εδώ είναι περίπου 2 μέτρα έντερο"... "εδώ αυτό μάλλον είναι το μυαλό μου"...
Πώς γίνεται να είναι όλα μακρινά;

Μετά πλύθηκα ολόκληρη... να φύγει ό,τι με βρώμισε. Ένοιωσα σαν παιδί, γαλήνια... Μόλις βγήκα απ' την μήτρα του τέρατος. Δεν το νίκησα, δεν με νίκησε, δεν ήρθαμε ισοπαλία. Μοναδική αίσθηση. Είναι σα να πεθαίνεις και μετά να επιστρέφεις στη ζωή και να μπορείς να σκεφτείς και να πεις στον κόσμο, οτι έχεις τη γνώση όλη... τη σοφία όλη... οτι ξέρεις με μοναδική ακρίβεια πόσο πόνος είναι ο πόνος, πόσο θυμός είναι ο θυμός, πόσο θάνατος είναι ο θάνατος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ_________________________________________

Η Πηνελόπη πέθανε.
Σε μετωπική σύγκρουση πηδώντας απ' τα σύννεφα στη γη. Δεν πρόλαβε να ακούσει αυτά που της ψιθύριζε εκείνος στο αυτί  Κι ούτε στον Άδη τη βρήκανε... Δεν είχε μείνει τίποτα απ' αυτήν...
Κι έτσι η ιστορία εξακολούθησε να κυλάει.
Για λίγες μέρες τη ψάξανε... Για λίγες βδομάδες τους έλειψε... σε λίγο καιρό όμως κανείς δεν μιλούσε... κανείς δεν θυμόταν. Έπαψε. Απλά έπαψε.
Αργότερα στην ιστορία εμφανίστηκε η Σαλώμη. Σχεδόν κανείς δεν σκέφτηκε πως ό,τι απέμεινε απ' την Πηνελόπη έγινε Σαλώμη.
Ένας που την αναγνώρισε, του πήρε το κεφάλι χορεύοντας... χλευάζοντας τη ζωή και τον θάνατο... τη μνήμη και τη λήθη... πέπλο - πέπλο... λικνίζοντας το κορμί στο δικό της ρυθμό... ανελέητη... σκληρή.
Κι εκεί, όταν της φέραν το κεφάλι εκείνου είπε: ΕΤΣΙ!!!!
Κι η ιστορία την έκανε Τζένη των Πειρατών. Και σαλπάρισε λυτρωμένη.

Κι όταν κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, μας είδα όλες.


Συγγραφική επιμέλεια :  Έλλη Κωνσταντίνου
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας : Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η γνώση κατακτάται, δεν χαρίζεται..


Γράφει ο: Κostas leonardos 

Μην φας το μήλο της γνώσης,
την αλήθεια σου την βλέπεις μπροστά σου...
Εκεί που το μυαλό σου δείχνει τον δρόμο
του απέραντου ωκεανού και της ξηράς.

Στον ωκεανό μιας άδειας μέρας
Στην ξηρά της τρέλας που μοιάζει σαν φως
ανάμεσα στις σκιές της απόγνωσης
που σε καλεί συνεχώς να πας πιο κοντά της

Θέλω να ξεσηκώσω τα όμορφα και να πειράξω τα άγρια
Ας ρίξουμε το δικό μας χρώμα σε κάθε σκούρο τσιμεντένιο τοίχο
μέχρι που ο καθένας μας μπορέσει να δει τεράστια ουράνια τόξα.

Είναι σίγουρο ότι μόλις το δεις η ψυχή σου θα χαμογελάσει...
Είναι αναγκαίο και μοιραίο πως κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσεις
πως  αγαπάς το γεγονός ότι είσαι το βασικό κομμάτι μιας λειτουργίας ...
που δεν ελέγχεις.. της ουτοπίας μου...ενός ανόητου ρομαντικού..
που μπορεί και σου γεμίζει τις απέραντες σκέψεις μιας άλλης οπτικής

Μπορεί να με ξεχάσεις αλλά να θυμάσαι ότι το κάθε ένα χρώμα
μπορεί να δίνει και να ξεχωρίζει από τι δικιά μου αντανάκλαση..
Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σου πει ότι τα πάντα είναι ίδια..

Μην αφήσεις ποτέ κανένα να σου επιβάλει το ασπρόμαυρο..
Γίνε εσύ λοιπόν το φως, γίνε εσύ η αλήθεια...
και δείξε σε όλους μας, και πιο πολύ σε μένα
τον τρόπο να μπορώ να αισθάνομαι ξανά..

Όπως το φως το μέσα στο σκοτάδι..
Μην δίνεις σημασία στις νύχτες...
Στις νύχτες που γεμίζουν με ήχους
κραυγάζωντας  και υπερηφανεύομενος,
για την ελευθερία μου... Το μπορώ μέσω της ασφάλειας,
ότι το όνειρό μου είναι χιλιόμετρα μακριά.

Ένα όνειρο χαμένο, ένα όνειρο άπιαστο
ένα όνειρο γνώσης και ανατροπής στην ίδια σου
την υπαρξιακή οντότητα μην ρωτάς πως το καταφέρνω

Το μπορώ γιατί έμαθα να αγαπώ ακόμα και την απουσία..
την απουσία της ελευθερίας του μυαλού.
Και αυτό πίστεψε με είναι το πιο δύσκολο είδος αγάπης.
Για σένα, για μένα, για τον ίδιο τον συνάνθρωπο.


Συγγραφική επιμέλεια : Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας : Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)


Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Περπάτα σε δύσβατα μονοπάτια and wait for me


Γράφει ο: Kostas leonardos 

Προχώρα μέσα από την θάλασσα της σκέψης, εκεί θα με δεις.  Eκεί θα με βρεις.  Περπάτα σε απάτητα μονοπάτια  της γης και του βρεγμένου χώματος, χάραξε την πορεία, η καρδιά ξέρει. Κι αν είναι να καείς, πες τουλάχιστον προσπάθησα.  Μην κοιτάς τα δέντρα, τα πουλιά, τους ανθρώπους, μόνο τον άνεμο να ρωτάς.  Ναι, αυτόν τον στρατηγό κι αν σου πει ναι, να αλλάζεις τότε την πορεία.  Αν σου πει όχι κράτα ίσες αποστάσεις... πάλι προς το άγνωστο, γιατί η Ιθάκη φυλακίζει μόνο την αλήθεια των αισθήσεων και το μαρασμό της σκέψης...Ελεύθερος είναι αυτός, που μπορεί να χαίρεται το ταξίδι και καταφέρνει συνειδητά να απαρνιέται τον όποιο προορισμό. Ελεύθερος είναι αυτός που γίνεται θυσία σε βωμούς αγνώστους και η εσωτερική έκταση του κόσμου του, δεν έχει φραγμούς, δεν έχει κανόνες, δεν έχει τα όρια των μη και των πρέπει.  Το άγνωστο πάντα θα κρύβει εκπλήξεις, γι'  αυτό κι εγώ βαδίζω στο δρόμο του και τελικά καταφέρνω να το ακολουθώ...  Δεν μου αρέσει η σιγουριά της φυλακής, θέλω φτερά και υψώματα.  Αέρηδες να φυσούν στα δικά μου φτερά.  Θέλω να πετάξω, να νιώσω τον Δαίδαλο κι ας ξέρω πως θα καώ σε όλα αυτά τα μονοπάτια που θα βρω μπροστά μου.  Αυτή η σταθερότητα που ζούμε υποδηλώνει φυλακή.  Παύεις να αναζητάς.  Γι΄ αυτό χάραξα μόνος τη ψυχή μου.  Μα με πράξεις, πράξεις τα έκανα, και ελεύθερος ξανά, ταξίδεψα και καταστάλαξα.  Μα κι ακόμα δεν τέλειωσα, δεν τελειώνουν τόσο εύκολα όλοι οι  προορισμοί, απλά μπορεί και ταξιδεύει η ψυχή τώρα, χωρίς σύνορα σκέψεων, χωρίς περιορισμούς.  Το ταξίδι μου τώρα στην ψυχή δεν έχει φραγμούς, μα αν έκανα επανεκκίνηση, θα κατάφερνα να είμαι πιο ΄σοφός΄ συλλέκτης εμπειριών.  Η διαφορά ανάμεσα σε όλα αυτά ποια μπορεί να είναι; Τώρα χαράζω τα σκοτάδια μου και ρίχνω φως στην άβυσσο του εαυτού μου.  Πιο νέος μπορούσα και ρουφούσα την ζωή.  Πλέον την αφουγκράζομαι χωρίς τα αναπάντητα ερωτηματικά, για τη φύση των πραγμάτων.  Τώρα ταξιδεύω, αλλά αλλιώς, με τη ψυχή και το πνεύμα.  Έχω την αίσθηση ότι το ένα είναι συμπλήρωμα του άλλου.  Ζω, ίσον είμαι ελεύθερος.  Δεν είναι το άθροισμα των πράξεων, δεν έχουν κάγκελα και κλειδαριές οι φυλακές στο μυαλό μας και η έκταση του μέσα κόσμου, δεν έχει σύνορα και φραγμούς.

Γι' αυτό σκέψου έστω και μια στιγμή την προοπτική της ελευθερίας σου.  Όχι τις υλικής. Αυτή θα σε κρατάει πάντα σκλαβωμένο, καθηλωμένο και ανήμπορο σε μια θάλασσα αλήθειας και ψέματος. Τι νόημα υπάρχει σε πρόσχαρες χαρές, όταν το χαμόγελο σου, σβήνει, χάνεται, και λεηλατείται από χρόνιες πρακτικές συνειδητής κατανάλωσης ψεύτικης χαράς και ευδαιμονίας. Ευδαιμονία.  Μεγάλη λέξη για στενούς εγκεφάλους.  Μπορεί να επιτευχθεί με την γνώση του κόσμου των ιδεών, οι οποίες αποτελούν τα τέλεια πρότυπα, όχι μόνο των ηθικών εννοιών, αλλά και των γνωστικών εννοιών, καθώς και όλων των πραγμάτων που αποτελούν τον ορατό κόσμο και που δεν είναι παρά είδωλα ή «μιμήματα» των Ιδεών. Για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όχι τις αισθήσεις του, αλλά τον νου του, ο οποίος είναι μέρος της ψυχής του. Όταν έχεις τη νιότη νιώθεις και μπορείς ή μάλλον έχεις την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει μέσα από το δικό σου μυαλό. Όλη η ύπαρξη του κόσμου ένα ταξίδι.  Ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μάλλον περισσότερο από όσο φαίνεται για εμάς τους ίδιους. Μια προσπάθεια να γεφυρωθεί η αντινομία του μέσα μας κόσμου με την πραγματικότητα. Πολλές φορές είναι τόσο δύσπεπτα ακατάλληλη η πραγματικότητα, που απλά επιλέγεις το όνειρο.  Ένα όνειρο που κινείται  μέσα σε φαντάσματα και κινούμενες μορφές.  Καλείσαι να επιλέξεις ρόλο ανάμεσα σε αυτό που δεν θες και σε αυτό που 'πρέπει' , το κοινωνικά παραδεκτό κατά την κοινωνική λογική.  Η όποια διαφορετική επιλογή ή  στάση, θεωρείται προσβολή, εχθρική κατά τα κοινωνικά πρότυπα, κατά την κοινωνικά δομημένη αντίληψη, που οι δήμιοι της επιβάλουν, φορώντας το μανδύα της παράδοσης των αξιών κι αλλά πολλά φαιδρά.  Και τότε η 'σωστά' δομημένη κοινωνία, βάζει την ταμπέλα του διαφορετικού, του τρελού, του μυστήριου, του απρόβλεπτου.  Μια ρετσινιά, μια ταμπέλα για να ξεχωρίζεις, να μη μολύνεις τούς άλλους.  Έτσι που το κοινά παραδεκτό κι αποδεκτό να μην διαταράσσεται. Όσο κι αν φωνάζουμε, κι αν διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας στο όραμα για μια διαφορετική ζωή, μια άλλη πραγματικότητα, κατ΄ ουσία ξορκίζουμε τις έννοιες αυτές από φόβο.  Φοβόμαστε να περπατήσουμε σε απάτητα μονοπάτια, κι έτσι επιλέγουμε με την επανάληψη. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες ζητάνε τη διατήρηση, μια διατήρηση για να ΄ναι η επόμενη μέρα ίδια με την προηγούμενη. Η ανατροπή υπάρχει ως λόγος, ως έκφραση, ως έννοια, μόνο φιλολογικά και φιλοσοφικά, και ως 'πράξη'  καταξιωμένης επαναστατικότητας στης κάθε λογής παρέες μας. 

Έχουμε μάθει πλέον, έχει γίνει ο λαός ένας χαμαιλέων, παίζει και υιοθετεί καλά το ρόλο αυτό.  Πλέον φαινόμαστε ακόμα πιο άβουλοι, ακόμα πιο μεγάλα θύματα του ίδιου μας του σκεπτικού. Κάθε μέρα ακούς στα δελτία μια νέα επανάσταση να γεννιέται στις φαντασίες όλου του κόσμου, στους κύκλους, στις παρέες, στις συναναστροφές  από όλους εκείνους που μέχρι χθες βολευόντουσαν.  Όλοι θέλουν να αλλάξουν το τοπίο, μα πιο τοπίο;  Προς ποια κατεύθυνση  και με τι προσόντα; Μια επανάσταση που καβαλάει και πολεμάει τα λάθη και τις νοοτροπίες των άλλων, ποτέ την προσωπική μας, και που μοιραία είναι καταδικασμένη να χαθεί στο κάθε δευτερόλεπτο που ζυγώνει για το φως της νέας σκοτεινής μέρας.  Ένα μεγάλο κουκλοθέατρο η κοινωνία μας, μια παράσταση με μαριονέτες ανθρώπους. Ένα θέατρο σκιών χαμένο εξ αρχής από θεατρίνους, μεγαλωμένους στον καπιταλισμό και που απλά εναλλάσσουν ρόλους. Ρόλους υποκρισίας, ψέματος σε όλα αυτά που χρίσαμε οι ίδιοι σπουδαία, μεγάλα και κοινωνικά αποδεκτά. Ας κοιτάξουμε εμπρός  σε ό,τι αφήσαμε να μας διαβάλλει, τόσο που χάσαμε την πραγματικότητα, τόσο που ξεχάσαμε το υπαρκτό όνειρο.  Το όνειρο της ελευθερίας της σκέψης, στο ρεαλιστικό, στο ανθρώπινο, στο πιο ζωντανό. Ας βαδίσουμε σε αυτόν τον δρόμο που τελικά κακώς επιλέξαμε, αυτό του υλισμού, αλλά ας το κάναμε και με την όποια αξιοπρέπεια στον εφιάλτη που επέλεξαν με τα σχέδιά τους κάποιοι στο να ζούμε. Τουλάχιστον.. Ας αποδεχτούμε το ρόλο που τόσα χρόνια απαρνηθήκαμε  κι ας αναλάβουμε τις όποιες προσωπικές ευθύνες.  Ας τολμήσουμε να αντικρίσουμε τη δοκό στο δικό μας μάτι που μας τυφλώνει.  Ας πάψουμε για λίγο έστω να βλέπουμε πάντα των άλλων τα λάθη, ας γίνουμε εμείς η φλόγα, ας γίνουμε πρώτα η αλλαγή που θέλουμε και προσδοκάμε. Μια μικρή αλλαγή.   Αφύπνιση, η λέξη κλειδί, είναι τόσο ικανή να ξυπνήσει στους δίπλα μας όψεις της ζωής τους, που ποτέ πριν δεν είχαν σκύψει να αντικρίσουν. O κόσμος αλλάζει με δύο τρόπους, με τα όπλα και με την συμπεριφορά της νοοτροπίας. Εξάλλου όλοι σκέφτονται να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανείς δε σκέφτεται να αλλάξει πρώτα τον χαλασμένο εαυτό του. 

Εγώ  άλλαξα εμένα, για χάρη δικιά σου..
Εσύ άλλαξε εσένα... για όλους εμάς.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)


Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Η αναζήτηση του Εμείς



(Ευχαριστώ πολύ την Έλλη Κωνσταντίνου που μου χάρισε την σκέψη της.
 Γιατί και ως λύκοι ξέρουμε να τραγουδάμε και να προστατεύουμε όσα αγαπάμε )

Γράφει η: Έλλη Κωνσταντίνου

Ήταν τότε που άνοιξε τα μάτια της...Κοίταξε γύρω της... χάραζε ή νύχτωνε; δεν είχε ιδέα... Πόσον καιρό κοιμόταν;... πώς βρέθηκε εκεί;.. από πού ερχόταν; ποιος την έφερε στο δάσος; και πού βρίσκεται αυτό το μέρος; Δεν είχε χρόνο όμως για να τα σκεφτεί όλα αυτά... ούτε για να φοβηθεί... Αν ερχόταν νύχτα έπρεπε να βιαστεί... δεν είχε χρόνο μπροστά της. Σηκώθηκε... τίναξε τα ρούχα της και κοίταξε τριγύρω... Ψηλά δέντρα παντού! κι ανάμεσα στις φυλλωσιές  στα μεγάλα ανοίγματα, κομματάκια ουρανού στο πιο βαθύ μπλε που είχαν αντικρίσει ποτέ τα μάτια της... Πήρε μια βαθιά ανάσα. "Είναι όμορφα εδώ" σκέφτηκε. Το μυαλό της προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο τι να κάνει αλλά διαρκώς θαύμαζε τον τόπο... Για ώρα δεν είχε κινηθεί καθόλου. Είχε αρχίσει να συνηθίζει και το μέρος... φοβόταν πως αν μετακινηθεί θα χαθεί κι ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει... Να επιστρέψει πού όμως; Χαμογέλασε... Απ' τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια της, το πιο οικείο μέρος στον κόσμο ήταν αυτό το ξέφωτο. Καταλάβαινε ότι νύχτωνε... ο ουρανός έχει γίνει σκούρος μπλε και τριγύρω απ' το ξέφωτο όλα είχαν μαυρίσει... το μόνο σημείο που φωτίζονταν απ' το φεγγάρι ήταν αυτό το ξέφωτο. Αποφάσισε να μην πάει πουθενά. Δεν ήταν απ' τα άτομα που δέχονται στωικά τη μοίρα τους. Για έναν περίεργο λόγο όμως δεν ήθελε αντιδράσει σ' όλο αυτό... κατά βάθος διαπίστωνε ότι άρχισε να της αρέσει... άλλωστε δεν ένοιωθε τον παραμικρό φόβο... "περίεργο" σκέφτηκε, αλλά το άφησε κι αυτό στην άκρη όπως κι όλα τα άλλα "περίεργα". Σήκωσε το κεφάλι της στον ουρανό... είδε το ολόκληρο  φεγγάρι και του χαμογέλασε... "οι δυο μας" είπε... "για όσο θα κάνεις να διασχίσεις το κομμάτι του ουρανού μου"...


Είχε νυχτώσει για τα καλά πια... Το ξέφωτο σαν μια τρύπα στο σκοτάδι την άφηνε να αναγνωρίζει μόνο τα δέντρα που το περικλύανε... Μεγάλα δέντρα... με ρίζες που ξεπρόβαλαν απ' το έδαφος... απ' τις σκιές που δημιουργούσε το λιγοστό φως πάνω τους, άρχισε να βλέπει τις μορφές τους... "Παιχνίδι του νου και των ματιών μου" σκέφτηκε, επιστρατεύοντας τη λογική, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι δεν ήταν η λογική ο σύμμαχός της απόψε. Δεν μπορούσε να μετρήσει τον χρόνο... δεν ήξερε αν πέρασε λίγος ή πολύς... της άρεσε και δεν της άρεσε που ήταν μόνη σ' όλο αυτό... Τότε λοιπόν αποφάσισε να παίξει... Πήγε στο κέντρο του ξέφωτου, έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να στροβιλίζεται... Κάποια στιγμή κοκάλωσε και τα άνοιξε... Η μορφή του δέντρου που έβλεπε μπροστά της της ήταν γνώριμη. "σε ξέρω" του είπε... "μπορώ να σ' αναγνωρίσω"... της φάνηκε οτι η σκιά της χαμογέλασε... χαμογέλασε κι εκείνη. Ξανάκλεισε τα μάτια κι άρχισε πάλι να γυρίζει γύρω απ' τον εαυτό της... Ξανά κοκάλωσε  άνοιξε τα μάτια και τώρα έβλεπε κι αναγνώριζε άλλο δέντρο. Αυτό που ήταν 5 δέντρα δεξιά του πρώτου. "Κι εσένα σε ξέρω" είπε... Γρήγορα το ξανάκανε και το ξανάκανε και κάθε φορά αναγνώριζε το δέντρο που έβλεπε μπροστά της. Άρχισε να γελάει χαρούμενη. Δεν ήταν μόνη!! Αυτό που συνέβαινε, λογικά θα έπρεπε να την φοβίσει... λογικά όμως! κι η λογική είπαμε... δεν είχε καμιά δουλειά εκεί απόψε.

Έφυγε απ' το κέντρο του ξέφωτου και πλησίασε το πρώτο δέντρο που αντίκρυσε... αυτό που της είχε χαμογελάσει. Ακούμπησε το χέρι της στον κορμό του απαλά... ήθελε να του συστηθεί, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή διαπίστωσε ότι δεν ήξερε πώς τη λένε. Το κοίταξε σαστισμένα... "δεν ξέρω πώς με λένε" ψιθύρισε "αλλά χαίρομαι που είμαι μαζί σας". Το είδε να της χαμογελά με συμπάθεια κι ένοιωσε την αγκαλιά του με το κλαδί που βρισκόταν σχετικά χαμηλά. "Μπορείς να με βοηθήσεις;... δεν θυμάμαι ούτε ποια είμαι ούτε από πού έρχομαι... δεν ξέρω καν γιατί είμαι εδώ..." του είπε δακρυσμένη. Το δέντρο εξακολουθούσε να την έχει αγκαλιά και να της χαμογελά. "Μη φοβάσαι" της είπε... "Θα δεις"... "μόνο μη φύγεις απ'το ξέφωτο". 'Έμεινε για ώρα εκεί. Ένοιωθε ασφαλής μέσα στην τρυφερή αγκαλιά του. Προσπαθούσε να θυμηθεί... μάταια όμως. Όλα άρχιζαν απ' τη στιγμή που είχε ανοίξει τα μάτια της εδώ. Άρχισε να κλαίει... "Σσσσσσ...." ακούστηκε απ' το θρόισμα των φύλλων του. Κι ύστερα, ακόμη πιο έντονο.. "Σσσσσσσσσσ....." μια χορωδία δέντρων της ψιθύριζε καθησυχαστικά "σσσσσ.....". Ξαφνικά ένιωσε σα να είναι με δικούς της. Ψέλλισε ένα "ευχαριστώ" στο δέντρο που την κρατούσε τόση ώρα και ξεκίνησε να κάνει τον κύκλο για να χαιρετίσει και τα υπόλοιπα. Περνούσε απ' το καθένα, άγγιζε τον κορμό τους απαλά και περνούσε στο επόμενο. Το κάθε δέντρο την καλωσόριζε και όλα είχαν μια τρυφερή κουβέντα να της πουν και να την καθησυχάσουν.

Ανάμεσα στα δυο τελευταία δέντρα βρισκόταν ένα νεαρό... τώρα πήγαινε να σκληρύνει ο κορμός του... για τον χρόνο των δέντρων πρέπει να ήταν "παιδάκι". Την ώρα που το πλησίαζε εκείνο άπλωσε τα κλαδάκια του προς το μέρος της λέγοντας με την τσιριχτή φωνούλα του "εγώ ξέρω ποια είσαι!!"... "Σσσσσ!!!", "ήσυχα μικρέ!!!", "τι είπαμε μικρέ;;" ακούστηκαν τα υπόλοιπα δέντρα... Το δεντράκι κατσούφιασε... "μα γιατί;.... δεν τη βλέπετε που στεναχωριέται;;"... "Δεν είμαστε εμείς που θα της πούμε ποια είναι!!... μόνη της πρέπει να το βρει." απάντησε το μεγάλο δέντρο που βρισκόταν λίγο πιο πέρα...Εκείνη σιγά - σιγά ανακάλυπτε οτι καθόλου τυχαία δεν βρέθηκε στο ξέφωτο. Πλησίασε το δεντράκι και του χάιδεψε τον κορμό και τα κλαδάκια του... "Μη στεναχωριέσαι μικρέ μου" του είπε... "Θα τα καταφέρω!! Σ' ευχαριστώ πάντως που με συμπονάς" και του έδωσε ένα φιλί... Το δεντράκι άρχισε να κουνάει τα κλαδάκια του και να φωνάζει χαρούμενο "με φίλησε!!.. με φίλησε!!... το είδατε όλοι!!!! με φίλησε!!". Κάθισε εκεί δίπλα... στο μικρό δέντρο... Ακούμπησε την πλάτη της στη ρίζα του μεγαλύτερου κι άνοιξε κουβέντα μαζί του μέχρι που άρχισαν να βαραίνουν τα βλέφαρά της... Αποκοιμήθηκε εκεί, με τα κλαριά των δέντρων να φτιάχνουν το πιο ανάλαφρο υψηλό στρώμα του δάσους, ώστε να μην κινδυνεύει από τίποτα που θα μπορούσε να την βλάψει.


Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν ήδη μέρα.... Γύρω της είχαν συγκεντρωθεί όλα τα ζώα του δάσους... σκιουράκια, λαγουδάκια, αλεπούδες... όλα!! και πάνω απ' το κεφάλι της, άλλα σκαλωμένα στα κλαδιά των δέντρων κι άλλα πετώντας, όλα τα πουλιά. "Ξύπνησε!" είπε ο λαγός... "ξύπνησε!" είπε η αλεπού... κι έτσι το ένα ενημέρωνε το άλλο, μέχρι που όλα μαζί ψιθύριζαν την ίδια λέξη:"ξύπνησε"

Εκείνη κοιτούσε αμήχανα τη νέα της παρέα... "καλημέρα" ψέλλισε.... 
"είπε καλημέρα" είπε ο λαγός στην αλεπού... "είπε καλημέρα" είπε η αλεπού στον σκίουρο... 
κι έτσι με τον ίδιο τρόπο ενημερώθηκαν όοοολα τα ζωάκια....
"Είμαι η..."
"ξέρουμε!!! ξέρουμε!!!" είπαν όλα τα ζωάκια εν χορώ....
"και ποια είμαι αφού ξέρετε;" τους ρώτησε....
"Ααααα.... δεν μπορούμε να σου πούμε" της απάντησε η ο λαγός κουνώντας τη μυτούλα του....
"και γιατί δεν μπορείτε παρακαλώ;"...
"γιατί πρέπει να το βρεις μόνη σου" είπαν όλα μαζί κι άρχισαν να απομακρύνονται γελώντας χαρούμενα....
 Μόλις άδειασε το ξέφωτο είδε την χτεσινοβραδινή της συντροφιά.... "καλημέρα" τους είπε χαμογελώντας... την καλημέρισαν όλα μαζί. "
Πού εξαφανίστηκαν όλα;"..
"πήγαν στα μέρη τους" της απάντησε το μεγάλο δέντρο... "ήρθαν για να σε καλωσορίσουν... τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα σ' αυτό το δάσος. Από κλαδί σε κλαδί κι από πέτρα σε πέτρα"....
"μιλούν κι οι πέτρες εδώ;" ρώτησε εκείνη....
δεν της απάντησε κανείς... μόνο χαμογέλασαν όλα....
"μάλιστα!!... κι ήρθαν όλα τα ζώα να με καλωσορίσουν"....
"όχι" της απάντησε το μεγάλο δέντρο.... "δεν ήρθε ο λύκος"....
"Ο λύκος γιατί δεν ήρθε;" ρώτησε
δεν της απαντούσε κανείς...
"έχει κάτι μαζί μου;"... "του 'χω κάνει κάτι;".....
σιωπή.......... μόνο ένα πνιχτό "μμμ..." απ' το δεντράκι και κατευθείαν "σσσσ..." από τα άλλα.

Σε κάποιο άλλο σημείο του δάσους, ο λύκος ανεβασμένος σ' έναν βράχο έλεγχε την περιοχή του.... Είχε μάθει τα νέα... Ήρθε!.... Το ήξερε οτι ήταν θέμα χρόνου.... τα μάτια του είχαν θολώσει... χρόνια... αιώνες περίμενε... Γι' αυτόν ήταν 3 δρασκελιές να βρεθεί στο ξέφωτο... δεν το αποφάσιζε όμως... όχι μέσα στη μέρα... τη νύχτα θα ήταν πιο απλό... Η τελευταία φορά που συνάντησε κι εμπιστεύτηκε άνθρωπο ήταν όταν έχασε τη λύκαινά του... Από τότε δεν πάτησε ανθρώπινο πόδι εδώ... Μια δυο απόπειρες που έγιναν, έφυγαν κομματισμένοι απ' τα δόντια και το μένος του... Κανένας όμως δεν τόλμησε να μπει τόσο μέσα στο δάσος... Απορούσε πώς τα κατάφερε αυτή. Στο ξέφωτο τα πράγματα κυλούσαν ήρεμα... Εκείνη ένοιωθε σαν να βρίσκεται σπίτι της με τους δικούς της... το μόνο που την ανησυχούσε πια είναι αυτή η σιωπή σχετικά με τον λύκο. Αποφάσισε να μιλήσει με το μεγάλο δέντρο....Το πλησίασε και κάθισε στη ρίζα του...
"πες μου σε παρακαλώ... τι πρέπει να φοβάμαι εδώ;" "δεν είμαι εγώ αυτός που θα σου δώσει απαντήσεις" της είπε... "βλέπεις εκείνο το μονοπάτι; αν το πάρεις θα σε βγάλει στο ποτάμι. Μείνε εκεί... κάποια στιγμή θα εμφανιστεί αυτός που έχει να σου δώσει τουλάχιστον μία απάντηση... όταν θα μιλήσεις μαζί του, έλα αμέσως εδώ... μη σε βρει η νύχτα αλλού"


Ξεκίνησε αμέσως... τρέχοντας... σε λίγη ώρα βρέθηκε στο ποτάμι... Όσο έτρεχε έβλεπε μέρη απίστευτης ομορφιάς, διασταυρώσεις... άλλα μονοπάτια... ούτε στιγμή δεν αναρωτήθηκε ποιο μονοπάτι να πάρει... Ήξερε τον δρόμο!! Δεν ήταν όμως τώρα η στιγμή να τα σκεφτεί όλα αυτά... έπρεπε να βρει τις απαντήσεις της. Κάθισε στην όχθη και προσπάθησε να καταλάβει τι της συμβαίνει.... Βρέθηκε στην καρδιά ενός δάσους που το νοιώθει σαν το σπίτι της... με δέντρα που μιλάνε... με ζώα που μιλάνε... με πέτρες που μιλάνε... Και τώρα βρίσκεται στην όχθη ενός ποταμού περιμένοντας απαντήσεις... Από πού όμως;;; Από ποιον;; Και τότε την είδε... να αναδύεται απ' τα νερά... Της χαμογελούσε... από εκεί... απ' τη μέση του ποταμού... Την άκουσε να μιλάει μέσα απ' το κεφάλι της. Κανονικά έπρεπε να τρομάξει.... Δεν ήταν όμως τίποτα κανονικό από χτες....

"ποια είσαι;"
δεν πήρε απάντηση...
"τι θέλω εγώ εδώ;"... "ποια είμαι;"... "τι θέλει ο λύκος από μένα;"....
"Μόνο σε μία ερώτηση θα σου απαντήσω. Εσύ διάλεξε ποια απ' όλες θα είναι αυτή"
σκέφτηκε για λίγη ώρα...
"τι πρέπει να φοβάμαι εδώ;"
"μόνο τον εαυτό σου" της απάντησε... και καταδύθηκε.
"περίμενε!!... μη φεύγεις!!" ήδη όμως είχε χαθεί από τα μάτια της....Κοίταξε ψηλά στον ουρανό... ο ήλιος ήθελε ακόμη πολύ για να δύσει... "έχω χρόνο σκέφτηκε"

Έμεινε εκεί... να κοιτάζει το νερό, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την απάντηση... "και τι περίεργο πλάσμα!" σκέφτηκε... "μήπως τα φαντάζομαι όλα αυτά;... μήπως κοιμάμαι κι είναι απλά ένα όνειρο;.... και τότε;... γιατί δεν θυμάμαι τίποτα πριν απ' τη στιγμή που βρέθηκα στο ξέφωτο;"
Ένοιωσε κουρασμένη... είδε τη θέση του ήλιου... "έχω χρόνο" σκέφτηκε... Έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο νερό.... Το ποτάμι κυλούσε μαλακά... ήρεμα... Τα νερά του είχαν μια πρασινογάλαζη διαφάνεια... Βούτηξε ολόκληρη μέσα και τότε άκουσε δυνατά τη σκέψη της "εσύ είσαι!!"... τρόμαξε... βγήκε γρήγορα, ντύθηκε βιαστικά και ξεκίνησε για την επιστροφή. Όμως "γατί κοντεύει να νυχτώσει;" σκέφτηκε... "μόνο λίγα λεπτά έμεινα μέσα στο νερό". Τότε σήκωσε το κεφάλι ψηλά... δεν νύχτωνε... Σκοτείνιασε από μεγάλα μαύρα σύννεφα που έκρυψαν τον ήλιο. Ένοιωσε φόβο. Θυμήθηκε την επιμονή του δέντρου οτι μόνο στο ξέφωτο ήταν ασφαλής...

Άρχισε να τρέχει... αλλά όλα έμοιαζαν διαφορετικά... δεν αναγνώριζε το δρόμο της επιστροφής της. Χάθηκε!.. κι όσο απομακρύνονταν απ' το ξέφωτο, τόσο και πιο σκοτεινά ήταν και το δάσος αποκτούσε μια άγρια μορφή... σα να είχε περάσει ο θάνατος από εκεί...Σταμάτησε να τρέχει. Ήταν μάταιο. Βρισκόταν σ' ενα αφιλόξενο μέρος κι ένοιωθε να κινδυνεύει. Έμεινε ακίνητη κι αφουγκράστηκε. Δεν ακουγόταν τίποτα! Η απόλυτη σιωπή! "Δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό εδώ πέρα" σκέφτηκε.. Σήκωσε το κεφάλι της κι άρχισε να μυρίζει τον αέρα... μύρισε τον κίνδυνο!!. Και τότε τα μάτια της άστραψαν. Κι αντί να φοβηθεί τέντωσε τον λαιμό της προς τα πάνω και ούρλιαξε στον ουρανό κοιτώντας τον κατάματα.


Ο λύκος την ακολουθούσε απ' το ποτάμι. Βρέθηκε εκεί τη στιγμή που βουτούσε στο νερό... Αποφάσισε να της στήσει καρτέρι, όμως αυτή εξαφανίστηκε... για ώρα... Κι όταν ξαναεμφανίστηκε δεν ήταν η ίδια γυναίκα που είδε πριν... Κάτι... κάτι πάνω της είχε αλλάξει... Η κίνησή της ήταν!!! Κι όταν εκείνη άρχισε να τρέχει την ακολουθούσε από μικρή απόσταση... δεν θα την πείραζε αν δεν νύχτωνε αλλά δεν ήθελε και να την χάσει απ' τα μάτια του. Όταν κατάλαβε οτι είχε χαθεί, σχεδόν αναστατώθηκε.... δεν έπρεπε να μπει στο νεκρό δάσος, αλλά δεν είχε τρόπο να την σταματήσει. Ξαφνικά, κοντοστάθηκε. Τι σκέφτηκε μόλις πριν; Να την σταματήσει; και γιατί;.... Και μετά την είδε να μυρίζει τον αέρα... έντονα!! Τα μάτια του μίκρυναν κι εστίασαν στα δικά της. Ένα άλμα ήταν γι' αυτόν. Γιατί δεν το 'κανε;.... 'Έτσι όπως στεκόταν στη μέση του θανάτου της δεν θα προλάβαινε καν να σκεφτεί τι της συμβαίνει. Όμως αυτός έμενε εκεί... ακίνητος. Κι ύστερα την είδε να σηκώνει τον λαιμό της ψηλά και να ουρλιάζει.....Είχε ήδη νυχτώσει... εκείνη στεκόταν ακόμη εκεί κι αφουγκράζονταν τη σιωπή. Δεν έδειχνε φοβισμένη, αλλά δεν ήξερε και τι την περίμενε. Ο λύκος ακίνητος κι αυτός, κρυμμένος καλά στα σκοτάδια, παρατηρούσε το κάθε τι τριγύρω... και την παραμικρή υποψία ζωής έτοιμος να επέμβει... Εδώ και ώρα έπαψε να σκέφτεται... " Ήταν η δική του λεία και δεν θα άφηνε κανέναν και τίποτα να την πειράξει" σκέφτηκε για να εξηγήσει την αναστάτωσή του...

Και τότε άρχισαν να ακούγονται... ακατάληπτες φωνές και γρυλίσματα. Την είδε να κοιτάει γύρω της και να προσπαθεί να εντοπίσει από πού ακούγονται όλα αυτά. Πλησίαζαν όμως και καταλάβαινε ότι έρχονται από παντού!!... Την είδε να κάθεται στο χώμα ήρεμη. Προσπαθούσε να βλέπει τα μάτια της... Ήταν θλιμμένη... και τότε είδε κάτι να γυαλίζει στο μάγουλό της και να αφήνει ένα αυλάκι πίσω του. Όταν δέχτηκε την πρώτη επίθεση, ο λύκος δεν το σκέφτηκε καθόλου. Μ' ένα σάλτο βρέθηκε ανάμεσά τους κι είχε ήδη ξεσκίσει το πρώτο... και μετά το δεύτερο... και το τρίτο... Γύριζε γύρω της σε κύκλο δείχνοντας τα θανάσιμα δόντια του... κι ό,τι πλησίαζε στον κύκλο, πέθαινε!!Η μάχη κράτησε ώρες... Εκείνη στεκόταν ήρεμη μέσα στον κύκλο. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Κι ένα βογκητό όταν στην τελευταία επίθεση χτυπήθηκε ο λύκος λίγο πριν σκοτώσει και το τελευταίο... Και μετά, πάλι σιωπή. Μέχρι να ανοιγοκλείσει τα μάτια της, ο λύκος είχε εξαφανιστεί. Ήταν όμως χτυπημένος... Έπρεπε να τον βρει! Σηκώθηκε όρθια. Έμεινε ακίνητη προσπαθώντας να ακούσει έστω κάτι. Τίποτα όμως... Σήκωσε πάλι τον λαιμό της στον ουρανό και ούρλιαξε.Ο λύκος την παρατηρούσε απ' την κρυψώνα του γλείφοντας ταυτόχρονα την πληγή του. Στα αυτιά του ήταν το βογκητό της την στιγμή που τραυματιζόταν. "Περίεργο πλάσμα" σκέφτηκε. Εκείνη έψαχνε να βρει ίχνη του. Είχε στα αυτιά της το γρύλισμα του κάθε φορά που εμφανίζονταν ένα απ' αυτά λίγο πριν το σκοτώσει... Την προστάτεψε!! "περίεργο πλάσμα" σκέφτηκε.

Είχε αρχίσει να χαράζει... Τώρα το νεκρό δάσος έδειχνε ακόμη πιο τρομακτικό. Έπρεπε να βρει τρόπο να φύγει από 'κει μέσα, μόνο που δεν θυμόταν από ποιο μονοπάτι είχε φτάσει ως εκεί. Κάθισε για ώρα προσπαθώντας να θυμηθεί αλλά ήταν αδύνατο. Γύρω της παντού πτώματα κι η μυρουδιά του αίματος ήταν ανυπόφορη. Τι ήθελαν απ' αυτή; Ποιους κανόνες παραβίασε και τι θα γινόταν αν δεν εμφανιζόταν ο λύκος; "Ο λύκος!.... Ο Λύκος μου!!... τι να 'γινε άραγε;" Κρύωνε... με τα χέρια της προσπάθησε να αγκαλιάσει το σώμα της και τότε η παλάμη της ακούμπησε την πληγή... Έφερε το χέρι της μπροστά και το είδε γεμάτο αίμα. Πότε έγινε αυτό; Και γιατί αιμορραγεί τώρα; Ψηλάφισε την πληγή... Το αίμα ήταν ζεστό κι η πληγή έμοιαζε με δάγκωμα... αλλά αυτή δεν είχε έρθει σ' επαφή με κανένα απ' αυτά. Πώς τραυματίστηκε; Και γιατί όσο περνούσε η ώρα αιμορραγούσε και περισσότερο; Λίγο πιο πέρα, μέσα απ' την πυκνή σκιά ο λύκος την παρατηρούσε. Είδε το ματωμένο χέρι της. "Πότε έγινε αυτό;" δεν είχε αφήσει τίποτα να την πλησιάσει... Θα 'παιρνε όρκο οτι δεν υπήρχε πληγή πριν λίγο. Θα την έβλεπε αν υπήρχε. Δεν την έχασε στιγμή απ' τα μάτια του. "Δεν μπορεί!! Δεν γίνεται να έχει πληγωθεί!!" Το αίμα όμως τρέχει στο σώμα της πια κι είναι πολύ. Κι η ίδια φαίνεται να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της... Την είδε να προσπαθεί να περπατήσει και να σέρνεται... Έκανε τρία τέσσερα βήματα και η δύναμή της την εγκατέλειψε. Την είδε να σωριάζεται στο έδαφος και να μένει ακίνητη!! Πετάχτηκε και με δυο άλματα ήταν δίπλα της. Γύρισε όσο μπορούσε και κοίταξε το σημείο της δικής του πληγής. Δεν υπήρχε τίποτα!! Μόνο λίγο λερωμένο από αίμα τρίχωμα αλλά πληγή πουθενά!! Σα να είχε περάσει δίπλα από κάποιον χτυπημένο και ακούμπησε με το τρίχωμα την πληγή του. Την έβλεπε αναίσθητη μπροστά του και για δεύτερη φορά, αντί να την αποτελειώσει αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να τη σώσει. "Μη φύγεις Κυρά μου" σκέφτηκε... Δεν τον ένοιαζε ποια ήταν... Ξάπλωσε δίπλα της κι άρχισε να της γλύφει την πληγή. Μπροστά στα μάτια του την έβλεπε να κλείνει αλλά ταυτόχρονα ένοιωθε το δικο του τραύμα πάλι... γύρισε και κοίταξε στα πλευρά του... αιμορραγούσε...

Την στιγμή που άνοιξε τα μάτια της ένοιωσε πάνω στο σώμα της, στο σημείο που ήταν η πληγή της, ένα ζεστό βάρος σαν κάποιος να ακούμπησε εκεί το χέρι του για να της πάρει όλο  τον πόνο... Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε το τρίχωμα του. Εκεί... στον λαιμό του... πίσω και κάτω απ' το αυτί του. Χωρίς να στρέψει το βλέμμα της εκεί, ήξερε οτι ήταν ο λύκος. Ο λύκος που έπρεπε κανονικά να φοβάται... Χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να τον δει, έχωσε τα δάχτυλά της βαθιά μέσα στο τρίχωμά του κι άρχισε να τον χαϊδεύει.... για ώρα... Ήταν ζεστός... Γιατί δεν κινιόταν όμως;... Σήκωσε έντρομη το κεφάλι της και τον είδε. Ο λύκος ίσα που ανέπνεε. Τον πήρε γρήγορα αγκαλιά. Και τότε είδε την πληγή του να αιμορραγεί .. Μια λίμνη από αίμα... δικό του και δικό της... κι εκεί πάνω οι δυο τους... Έβαλε το χέρι της στο σημείο που ήταν το τραύμα της και δεν έπιασε τίποτα. Δεν υπήρχε πληγή!!Τον αγκάλιασε. "Μη μου φύγεις" ψιθύρισε  Ο λύκος άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. "Θα είσαι καλά;" της είπε... "Μη μου φύγεις" του απάντησε εκείνη. Κράτησε το κεφάλι του στο στήθος της και του φίλησε γλυκά τα μάτια... "Μη μ' αφησεις" του είπε "Ξέρω ποιος είσαι.. Ξέρω τι είσαι... Δεν μπορώ να φανταστώ όμως τη ζωή μου χωρίς εσένα!" Ο λύκος δεν είπε τιποτα... Μόνο της χαμογέλασε... με το δικό του τρόπο... Αγκαλιασμένοι στη μέση του νεκρού δάσους, χωμένοι μέσα σε σκιές και σκοτάδια... Μουσκεμένοι με το αίμα απ'τις πληγές τους... Εκεί! που μύριζε ακομη θάνατος, έμοιαζαν όλα όμορφα!!! "Σ' αρέσει αυτό τώρα ε;" της είπε... "Ναι!!" του απάντησε εκείνη... Και μετά, τη σιωπή των νεκρών έσπασε ο χτύπος από δυο καρδιές..."Μ' ερωτεύεσαι;" τη ρώτησε.... "Ναι!!" του είπε εκείνη. Ο λύκος ξαναχαμογέλασε... με τον δικό του πάντα τρόπο... σηκώνοντας ελαφρά το πάνω χείλος του απ'τη δεξιά του πλευρά. Φώς!! Ξαφνικά γέμισε φώς!!! Και τα δέντρα άρχισαν να πρασινίζουν... και η λάσπη απ' το χώμα και το αίμα να γίνεται χορτάρι... και λουλούδια... και τα μαύρα σύννεφα εξαφανίστηκαν αφήνοντας τη θέση τους στο πιο υπέροχο γαλάζιο του ουρανού...Ζωή!!!! Πλημμύρισε ΖΩΗ!!!! Οι δυο τους, καθισμένοι στη μέση του ξέφωτου, αγκαλιασμένοι!!  Εκείνη άπλωσε το χέρι της στο τραύμα του... Δεν υπήρχε πια τίποτα εκεί. Έπιασε πάλι τα δικά της πλευρά... Ούτε το δικό της υπήρχε. Το μεγάλο δέντρο χαμογελούσε... "Μοιραστήκατε την ίδια πληγή... τώρα ξέρετε πώς είναι... Έπρεπε να αγαπηθείτε πολύ για να νικήσετε τον εαυτό σας και να κλείσουν τα τραύματα σας" τους είπε..."Σας το 'λεγα οτι θα τα κατάφερναν!!!! Σας το 'λεγα!!!!!" ακούστηκε η τσιριχτή παιδική φωνούλα απ' το δεντράκι.....Έτσι το δάσος ξαναζωντάνεψε!!... επειδή αγαπήθηκαν πολύ δυο εχθροί!! Κι ορκίστηκαν αφοσίωση ο ένας στον άλλο...

Ήταν άλλωστε ο μόνος τρόπος για να συνεχίσει η ζωή εκεί...
Κι εκείνη έγινε η "Κυρά του δάσους"... Κι εκείνος έγινε ο "Φύλακάς του"....
Όμως όλοι ξέρανε ότι στην πραγματικότητα
αυτός ήταν "ο Φύλακας της" κι αυτή "η Κυρά του"....
Όλα τα άλλα απλώς συνέβαιναν....


Συγγραφική επιμέλεια: Έλλη Κωνσταντίνου
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)



Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Η εγκατάλειψη της ψυχής.



Γράφει ο: Kostas leonardos 

Το να γράφω πάντα σε πρώτο πρόσωπο, είναι 
βιωματική μου συνήθεια, αν όχι και η πραγματική μου ιστορία.


Μέσα σε ένα τοπίο, από την απόλυτη ηρεμία της σιγής και της ανατριχιαστικής μοναξιάς, από τα φυλλώματα των δέντρων και το θρόισμα που μπορείς να ακούς στην ανοιχτή φύση, αρχίζεις να νιώθεις τον πόνο, την μοναξιά, την υπαρκτή υγρασία που σε τρυπάει σε όλα τα κόκκαλα.  Προσπαθείς να αντιδράσεις, να νιώθεις και να καταλαβαίνεις, όμως οι δυνάμεις του σώματος πλέον εξασθενούν και βιώνεις την απόλυτη πραγματικότητα...  Θες να φωνάξεις,  ουρλιάζοντας πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το ίδιο το τίποτα.  Κι όμως δεν φωνάζεις γιατί απλά δεν μπορείς, αλλά κατορθώνεις να το κάνεις, μόνο εσωτερικά και εκεί είναι που αρχίζουν να σε αφήνουν και οι τελευταίες δυνάμεις σου. To μόνο που έχεις να νιώσεις τότε, είναι απλά ένα κρύο, στην κρύα γυαλιστερή άσφαλτο, την κρύα άρνηση της ύπαρξης της μισανθρωπιάς, που κάποιος μπορεί να φέρθηκε τόσο ασυνείδητα. Μα και τόσο ατιμώρητα να μπορεί να διαφεύγει και εσύ να μένεις ακόμα εκεί, στο ίδιο ξένο, μα πλέον οικείο σημείο. Όσο δυνατός και αν είσαι, βρίσκεσαι στην πραγματικότητα και δεν αντέχεις την αλήθεια που νιώθεις, την νέα αλήθεια του άγνωστου. Δεν έχει σημασία πως με λένε, δεν έχει σημασία αν θα με ξέρετε προσωπικά ή όχι. Η ώρα όμως δείχνει 5.38 πμ και οι δείκτες του χρόνου στο σπασμένο τζάμι από το ρολόι χειρός μου έχουν κολλήσει, στραπατσαρισμένοι και τσαλακωμένοι, λες και κάποιος που βάλθηκε να τους εξοντώσει, πάγωσε και αυτός μένοντας ακίνητος.  Πλέον δεν κινείται τίποτα γύρω μου από όσα αντιλαμβανόμουν να συμβαίνουν μέχρι προ λίγου.  Αλλά... δεν ήταν μόνο ο χρόνος τόσο χάλια, ήμουν και εγώ ακόμα περισσότερο, μέσα σε μια θερμή ατμόσφαιρα που έδειξε το αμείλικτο πρόσωπο μιας νέας κατάστασης.  Ρεαλιστική πραγματικότητα, ή ένα όνειρο;  Δεν είναι εύκολο να το ξεχωρίσεις, γιατί η διαφορά του βιωματικού από του συνειδητού είναι σαν μια μικρή κλωστή που υφαίνει τον ιστό στην μετάβαση της ζωής και του θανάτου. Μικρές σταγόνες αίμα, κυλούσαν αργά στα μακριά δάχτυλα, το κόκκινο ήταν το μόνο χρώμα που αγαπούσα.  Ειρωνεία. Να αγαπάς κάτι που φαίνεται να σε σκοτώνει.  Μπορεί τα χρώματα να έσβησαν ίσως και να ξεθώριασαν μέσα στην θολωμένη σκέψη του μυαλού, μπορούσα όμως να διακρίνω ένα ημερολόγιο πεταμένο πιο δίπλα, που ξεπήδησε μέσα από ένα ξεχασμένο τσαντάκι, σκορπισμένο και αυτό σε τρία κομμάτια.  Δεν θυμάμαι καν την μέρα που ήταν, έδειχνε όμως την χρονολογία, 13/5.  Προσπάθησα να ξεχωρίσω την χρονιά, αλλά η όραση μου, φάνηκε αδύναμη σε αυτό το νέο μου τοπίο.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος μπορεί να είχε περάσει, πρέπει να είχα χάσει και τις αισθήσεις μου σε κάποια χρονικά σημεία. Αυτός ο δρόμος με σκοτώνει σκέφτηκα.  Πρέπει να φύγω από εδώ.  Ήταν μια από τις πολλές χαμένες και τελευταίες πάλι σκέψεις μου, πριν καλά καλά τελικά ξανά ξεκινήσω τον βαθύ ύπνο της λιποθυμίας μου.  Ένας κυκεώνας πραγμάτων, σκέψεων, συναισθημάτων, και ξανά λιποθυμικών τάσεων και καταστάσεων που κυριεύει την ύπαρξή μου.  Ο χρόνος κύλαγε και κανένα δείγμα ζωής δεν ακουγόταν πουθενά από το σημείο στο οποίο βρισκόμουν.  Αλήθεια που βρισκόμουν;  Πώς βρέθηκα εδώ;  Γιατί δεν ήμουν σπίτι μου;  Δεν το κατάλαβα ποτέ, γιατί ποτέ δεν θυμόμουν πραγματικά το πως καθόμουν εκεί, δεν ήξερα τι τελικά είναι αυτό που νιώθω.  Νομίζω πως ο πόνος υποχώρησε σε αρκετές στιγμές.  Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου μάλλον υπολειτουργούν και σώνουν το σώμα μου από τους αβάσταχτους και αφόρητους πόνους που τους περνάω σε μια δεύτερη μοίρα. Γιατί η πρώτη φαίνεται να είναι πλέον οι σκέψεις.  Σκέψεις ορατές και αόρατες, σκέψεις που δεν αφήνουν την θέληση της φωνής, αλλά σκέψεις χωρίς υπαρκτή αντίδραση του σώματος.  Όσες εντολές και αν έδωσα στα πόδια μου δεν με υπάκουσαν.  Πλέον τα χέρια μου και αυτά κουλουριασμένα και ασύνδετα σε κάθε μου σκέψη…  Υπολειτουργία και του ίδιου του μυαλού, σχεδόν ανίκανος για κάθε λογική χρήση του κατασκευαστή μου. Μπορεί να ξέχασα πού πάω και να νοιώθω χαμένος.  Φαντάζομαι πλέον πως στον δρόμο μου, μόνος περπατώ, ότι όλα γύρω μου φαίνονται σαν να έχουν κουραστεί, και εγώ ακόμα πιο πολύ, μα και σε κάποιες στιγμές βλέπω λάμψεις, σκιές, και πάλι φωνές. Δεν είναι η αδυναμία μου, δεν είναι η φαντασία μου, ούτε καν η τρέλα που με περιτριγυρίζει σε ένα μοναχικό τοπίο, αλλά είναι η μοίρα που με καλεί στο νέο μου ταξίδι.  Σε αυτό το ταξίδι που θα το κάνουμε όλοι αργά ή γρήγορα και θα βρεθούμε στον προορισμό της προσωπικής μας λύτρωσης. Οι φωνές έρχονται ακόμα πιο κοντά και είναι γυναικείες, με όμορφες ψιλές χροιές.  Νιώθω ότι πλέον είναι σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, κι αναθάρρησα μέσα στην σκέψη. Ένιωσα ένα χέρι να με αγγίζει.  Δεν μπορούσα να δω γιατί το πρόσωπό μου είχε γύρει με κατεύθυνση την άσφαλτο.  Μόνο τα μάτια μου μπορούσαν σχεδόν να αλληθωρίζουν προς το βάθος του δάσους.  Το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν μια ξύλινη κούνια, με μισοσπασμένο το ένα  της κορδόνι, που έγερνε κι αυτή κατά 45 μοίρες, όπως και εγώ άλλωστε.  Μόνο αυτό μπορούσα να κάνω σε περιορισμένη συχνότητα, χωρίς να καταφέρνω να συγκρατήσω την ματιά πάνω από κάποια δεύτερα του χρόνου.  Θυμάμαι μια λίμνη αίματος γύρω μου και μια παρουσία από πάνω μου.  Μάλλον πρέπει να ήμουν τυχερός μέσα στην ατυχία μου, κάποιος νοιάστηκε για την κατάστασή μου…   Θα ήταν οι φωνές που άκουγα πριν…


Πράγματι μια φωνή μου μίλησε και ήταν σίγουρα γυναικεία.  «Μην φοβάσαι.» μου λέει, «Έχουμε καλέσει να σε πάρουν από εδώ.  Σύντομα θα βρεθείς σε καλύτερο μέρος. Κάνε μόνο υπομονή.  Είσαι τυχερός, και μόνο που ακόμα ζεις.» Το μόνο που κατάφερα ήταν να κουνήσω τα δυο μικρά μου δάχτυλα σε μια κίνηση ευγνωμοσύνης. Τα επόμενα λεπτά μου φάνηκαν αιώνες, αν όχι ολόκληρα χρόνια, αλλά το άγγιγμα αυτής της ανθρώπινης φιγούρας μου έδινε ακόμα το δικαίωμα της ελπίδας και έχω μάθει να μην πετάω τις όποιες ευκαιρίες μου δίνει απλόχερα η μοίρα. Φώτα λάμψεων έρχονται από μακριά, τα νιώθω, ήχοι ουρλιαχτού σειρήνας ακούγεται όλο και πιο πολύ να πλησιάζει.  Πάλι αισθάνομαι να χάνω τις δυνάμεις μου.  «Όχι τώρα ρε γαμώτο»  λέω από μέσα μου, «όχι τώρα, έφτασες ακόμα πιο κοντά στην σωτηρία της ίδιας της ζωής».  Ένα άγγιγμα απαλό επάνω μου και ύστερα χάθηκα ξανά μέσα στην λιποθυμία μου...  Ξύπνησα πάνω σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ούτε ήξερα που βρισκόμουν.  Ήμουν μόνος σε ένα δωμάτιο κενό, αμπαλαρισμένος σαν δέμα για αποσκευές εξωτερικού. Το μόνο που έλειπε ήταν τα αυτοκόλλητα, εύθραυστων... Ούτε κατάλαβα πολλά, αλλά φαινόμουν μέρες να ήμουν σε αυτό το χάλι. Δεν μπορούσα να μιλήσω, δεν μπορούσα να κουνηθώ, μα όμως ζούσα και αυτό μάλλον ήταν και ο αυτοσκοπός. Μόνο αν φτάσεις στο κατώφλι του θανάτου μπορείς να εκτιμήσεις την πραγματική αξία της ζωής.  Όμως θα πρέπει να δεις ότι την αξία στην ζωή την δίνει ο ίδιος ο θάνατος, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσες να νιώσεις το απόλυτο υπαρξιακό χάσμα. Όσο τραγελαφικό και αν ακούγεται, δεν παύει να είναι η πιο διαχρονική ρεαλιστική πραγματικότητα και την νιώθεις μόνο βιώνοντάς την. Πέρασαν αρκετοί μήνες.  Πλέον ένιωθα πολύ καλύτερα, ήμουν γερός, δυνατός, μπορούσα και πάλι να δω την ζωή στα μάτια, και να την εκτιμήσω πολύ καλύτερα από πριν. Ρώτησα γνωστούς και συγγενείς αν η κοπέλα που με περιμάζεψε από το δρόμο ήταν τραυματιοφορέας.  Κανένας δεν ήξερε γιατί πράγμα μίλαγα.  Πήγα στο ίδιο το νοσοκομείο και ζήτησα να μου δώσουν τα ασθενοφόρα της βάρδιας του περιστατικού.  Μου τα έδωσαν, μα δεν υπήρχε γυναίκα στην βάρδια εκείνη. Είναι κάποια πράγματα που μπορούν να παίζουν μαζί σου ή απλά να θέλουν κάτι να σου πουν.

Έτσι η απόφασή μου ήταν καθοριστική και τελειωτική.  Κατέβηκα να ξαναδώ το σημείο στο οποίο βρέθηκα μια νύχτα, με την κρύα άσφαλτο, με την ζεστή ατμόσφαιρα, σε εκείνο το δάσος με την ξύλινη γυρτή κούνια και με τις πιο όμορφες πράσινες φυλλωσιές, μόνο που πλέον πήγα μέρα. Έφτασα στο σημείο με πολύ έντονη συγκινησιακή φόρτιση.  Και μόνο το τοπίο γύρω μου έμοιαζε τόσο διαφορετικό στο φως, με τις όμορφες ηλιαχτίδες να διαπερνούν τα φυλλώματα από τα ψηλά δέντρα ολόγυρά μου. Η κούνια στεκόταν ακόμα εκεί.  Λίγο παραδίπλα πετάμενα πλαστικά από την τόση ευαισθησία αυτού του κόσμου.  Η φύση πεθαίνει με όλους εμάς, σκεφτόμουν, αλλά εμείς δεν ξέρουμε καν ποιοί είμαστε, οπότε πώς μπορείς να σεβαστείς κάτι για το οποίο ποτέ δεν έκατσες να ψάξεις μέσα σου για να σεβαστείς...  Παραμερίζω όλες τις βρωμιές και εναποθέτω ένα λευκό τριαντάφυλλο, συμβολικά.   Θα αναρωτηθεί κάποιος μα γιατί λευκό;  Γιατί το λευκό μπορεί να συμβολίζει την ταπεινότητα, αγνότητα, αγάπη, αθωότητα.  Το αγνό λευκό συμβολίζει ακόμα την αλήθεια και την ευλάβεια, πού σίγουρα ένιωθα εκείνη την νύχτα.  Το δωρίζεις, εκεί στο πουθενά και στέλνεις ένα μήνυμα πίστης το οποίο λέει ότι "εγώ θα είμαι ο άξιός σου".  Στο δεξί μου χέρι κράταγα και ένα κερί, ένα κερί για την καλή τύχη, ένα κερί για την χαμένη ψυχή μου, πού μάλλον φαίνεται να μην εγκατέλειψα, εκεί που ο χρόνος για μένα πάγωσε. Κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι δεν ήταν τυχαίο.   Πώς όμως θα μπορούσα να το δω μόνο ως τύχη;  Εγωιστικό για κάτι τόσο ανυπέρβλητο, για κάτι που δεν οφειλόταν μόνο σε ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά σε κάτι, πιο μαγικό... πιο μεγάλο... που κανείς δεν μπορεί να το προσδιορίσει.  Γιατί αν θα μπορούσε... θα ήταν και θεός...


Αν έχεις καταφέρει να μείνεις στο σκοτάδι δεν το φοβάσαι, το απομυθοποιείς.
H ζωή του θανάτου είναι ανίκητη στον χρόνο που βιώνει ένας άνθρωπος,  
Ήρθα και έφυγα ξανά, για να μπορέσω να ακολουθήσω κάτι που στο τέλος.....
Δεν μπορούσα ούτε ο ίδιος να νικήσω. Πώς λοιπόν θα αντιμετώπιζα ακόμα την αλήθεια;
Έτσι η ζωή μπορεί να συνυπάρχει με το θάνατο, αρκεί να μην εγκαταλείψουμε την ψυχή μας.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)




Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

O μάγος


Γράφει ο: Κostas leonardos

Αν υπάρχει το πριν, θα υπάρχει και το μετά, και σίγουρα μπορείς να ζεις στο τώρα γιατί μπορείς και υφίστασαι σαν μάζα και σαν οντότητα μέσα σε ένα άγνωστο σύμπαν. Το αύριο και το χθες, στο σήμερα του παρόντος και της ρεαλιστικής πραγματικής ύπαρξής μας. Έτσι αφού μπορούν να υπάρχουν όλα αυτά γύρω μας, είναι τελείως εγωιστικό να πιστέψει κάποιος ότι σε αυτή την ζωή ζούμε μόνο μία φορά και ΤΕΡΜΑ δεν ξανά ερχόμαστε έστω και σε μια άλλη μορφή ζωής. Αν τώρα κάποιος υποθετικά μπορεί να πει ότι υπάρχει μόνο το σήμερα της ψυχής και του σώματος, τότε το δικό μου ερώτημα θα είναι, γιατί επιλέχθηκα λοιπόν εγώ να υπάρξω στο τώρα και όχι στο χθες του παρελθόντος ή στο άγνωστο μέλλον; Γιατί να είμαι αυτός και όχι κάποιος άλλος σε αυτό το παρόν; Γιατί σε αυτήν την χώρα και όχι σε μια άλλη; Γιατί λευκός και όχι μαύρος; Γιατί να είμαι άντρας και όχι γυναίκα; Ποιος ο σκοπός σε αυτόν τον κόσμο και την χρονική περίοδο; Πολλά τα γιατί και ακόμα πιο πολλές οι εσωτερικές ανησυχίες ενός οποιουδήποτε σκεπτόμενου ανθρώπου... Κάπου εκεί έξω, πρέπει να υπάρχουν κρυμμένες απαντήσεις για να σου πουν την αλήθεια, όχι την δικιά σου, αλλά την ρεαλιστική αλήθεια αυτή που μπορεί να είναι πιο δυνατή και από χίλιες φωτιές μαζί. Πιστεύω σε πολλά άλλα εγώ.  Σίγουρα όχι σε τετριμμένες καταστάσεις σαν αυτές που θα εξυπηρετούσαν την κοίμηση της αλήθειας μέσα από το ήδη υπνωτισμένο μυαλό. Απλά κοίτα, αφουγκράσου και νιώσε, την πραγματική διαφορά. Δες πόσο απλά η ανακύκλωση της ζωής αλλά και της ψυχής, είναι εκείνης που πάντα θα προσπαθεί να καταφέρει να φτάσει στο υπέρτατο επίπεδο νόησης.  Μέχρι να γίνει αυτό όμως, πιστεύω πως επανερχόμαστε ξανά και ξανά σε διάφορες μορφές ζωής σε αυτόν τον πλανήτη. Ίσως η ανθρώπινη μορφή να είναι το τελικό στάδιο και πιο δύσκολο αυτής της δοκιμασίας σε αυτόν τον κόσμο.

Κοιτώντας με, μέσα από τον καθρέφτη των ματιών μου, αντανακλώντας την σκέψη εμπρός στο πρόσωπό μου, μπορώ να βλέπω μια μοναδική αλήθεια. Νιώθω ότι μάλλον σε μια άλλη χρονική στιγμή απροσδιόριστης παρελθοντικής η μελλοντικής κατάστασης θα ήμουν ένας μάγος... Μια καρτούν φιγούρα, σαν αυτές που βλέπεις στα παραμύθια ή στον Μάγο Άϊζενχαϊμ, φυλακισμένος στην ψηλότερη κάμαρα κάποιου ξεχασμένου πύργου, ακολουθώντας μια δικιά του πορεία από το ρεύμα των ανθρώπων.  Ή μήπως μπορεί να ήμουν ένας περιπλανώμενος μάγος;  Ο μόνος που δεν φοβόταν να περάσει μέσα από το στοιχειωμένο δάσος της Θουριγγίας; Τι σημασία και ρόλο έχει;  Αδιάφορο.  Όποια εκδοχή κι αν επιλέξω και κοιτάξω, στο τέλος πάντα εκείνος απομένει μόνος του, απομονωμένος στην δικιά του εκδοχή των πραγμάτων, αγναντεύοντας να κοιτά με κουρασμένο βλέμμα τον άδειο ορίζοντα ή να καρφώνει τα μάτια του στην πυρά. Αλλά δεν μπορώ πια ακόμα και εγώ ένας μάγος σαν εμένα να πλάθω ιστορίες. Στο τέλος, ακόμη και οι επινοήσεις μου, ζωντανές ή ψεύτικες, αποφασίζουν να μ’ εγκαταλείψουν - φαίνεται πως τους δίνω περισσότερη ζωή απ’ ό,τι χρειάζεται. Κάποτε προσπάθησα να μπω κι εγώ στην λογική ιστορία του τώρα και του σήμερα, να βλέπω από κοντά, να διαπιστώσω τι συμβαίνει, πώς γίνεται και βρίσκουν το δρόμο προς την έξοδο, όλοι αυτοί οι σωτήρες της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής ανα τους αιώνες και τα χρόνια και από ποια χαραμάδα τελικά δραπετεύουν αφήνοντας και πάλι εμένα με την σκέψη μου καρφωμένη σε έναν τοίχο, αλλά... μάταιο.  Και πάλι έφυγαν όλοι εκείνοι που θα έσωζαν και πάλι εμένα και όλους εκείνους που θα το είχαν τόσο ανάγκη, αλλά φρόντιζαν να μείνω δέσμιος μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο μιας εικονικής αλλά τόσο ρεαλιστικής πραγματικότητας που τον ήξερα όμως τόσο πολύ καλά, αφού εγώ τελικά τον είχα φτιάξει στο δικό μου παρόν για το δικό μου ανεξάρτητο μέλλον.

Δεν είχα πολλές επιλογές. Τι θα μπορούσα να κάνω σ’ έναν τέτοιον παρελθοντικό κόσμο; Ν’ ανακαλύψω τις εκπλήξεις του ή να κατασκευάσω έναν άλλον, μέσα σε ένα είδωλο ειδώλου, ξαναρχίζοντας το παιχνίδι και ελπίζοντας σε διαδοχικές αποδράσεις που, εν τέλει, θα με ξανά εγκλώβιζαν όλο και περισσότερο; Κι έτσι, τον παρέδωσα στην δικιά μου πυρά.  Έβαλα φωτιά στην άκρη του δάσους.  Ύστερα άρχισε να δυναμώνει ο άνεμος.  Οι σπίθες ταξίδευαν γρήγορα μέσα στο σκοτάδι, οι φλόγες απλώνονταν. Σε χρόνο ελάχιστο όλα έγιναν στάχτη στα πόδια μου. Τίναξα μηχανικά τα ρούχα μου, κοίταξα αφηρημένα τα εγκαύματα και ξεκίνησα αργά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και πριν ακόμη βρω τη θάλασσα αυτή που τόσο μπορώ να αγαπώ, το είχα ήδη μετανιώσει.  Επειδή, έτσι κι αλλιώς, αυτός ο κόσμος μόνο δικός μου ήτανε, κανείς δεν τον υποπτευόταν και κανείς δεν θα τον ανακάλυπτε ποτέ. Αλλά, πολλές φορές, δεν αντέχεις να βλέπεις την αλήθεια και την μοναξιά σου που σε περιτριγυρίζει μέσα στο πλήθος του κόσμου, αλλά αρκεί απλά να τη νιώθεις μόνο. Και να πιστεύεις, ότι καταφέρνεις να την ξεγελάς με την δικιά σου μοναδική μαγεία ξαναρχίζοντας και πάλι από την αρχή την νέα σου ζωή.

Κάθε δευτερόλεπτο που φεύγει περνάει στο πάνθεον του παρελθόντος.
Όλοι μοιάζουμε σαν πεταμένοι άγγελοι της ζωής, πάνω σε ένα ελκυστικό πλανήτη,
με όλα τα όμορφα άγνωστα ακόμα όντα, και μόνο σύμμαχο την αμνησία μας.
Σε όλους όμως μπορεί να θυμίζει ότι το πάζλ ολοκληρώνεται σε μια μοναδική αποστολή.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)




Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Γιατί ο έρωτας φορούσε δερμάτινα.


Γράφει ο: Κostas leonardos

Πριν κάποιες νύχτες πίσω, το συμπαθέστατο ανιψάκι ενός φίλου μου φιλοξενήθηκε στο προσφιλές δωμάτιό μου, που πολλές φορές είναι στην χειρότερη βομβαρδισμένο και στην καλύτερη μια όμορφη χαρωπή αταξία. Οι ώρες πέρναγαν βαρετά στην ρουτίνα της μέρας οπότε αποφασίσαμε να διασκεδάσουμε όσες ώρες θα ήμασταν μαζί με ό,τι θα μας ευχαριστούσε πιο πολύ στο μυαλό μας. Έτσι σαν ένα μεγάλο παιδί που είμαι και εγώ, δεν άντεξα στον πειρασμό να ακολουθήσω ηλικιακά τον μικρό μου φίλο.  Έτσι για καλύτερο χώρο και εξοικονόμηση ηρεμίας και απόλαυσης του παιχνιδιού μας, είπαμε να κάτσουμε οκλαδόν στο πάτωμα και ξεκινήσαμε να κοντραριζόμαστε σε αγώνες ταχύτητας σε κονσόλας του x-box 360. Εγώ βρισκόμουν συνήθως, πίσω από το τιμόνι μιας κόκκινης maserati, εκείνος μέσα σε μια κίτρινη lamborghini reventon. Το παιχνίδι μας είχε ξεκινήσει και η αδρεναλίνη μας είχε ανέβει.  Οι προσπεράσεις μας εναλλάσσονται η μία μετά την άλλη και οι  δύο έχουμε προσκολλήσει το δάκτυλο τέρμα στο γκάζι προσπαθώντας στο ελάχιστο λάθος μας. Μικρές σταγόνες αγωνίας άρχισαν να φαίνονται στο πρόσωπό μας, και ενώ είχαμε ξεπεράσει το όριο της λογικής ταχύτητας στης μεγάλες ευθείες του παιχνιδιού, ταχύτητες γύρω στα 320 χιλιόμετρα με τέρμα το γκάζι, λίγο πριν την στροφή που ακολουθούσε και καθώς ήμουν έτοιμος να τον ξεγελάσω στα φρένα και να τον προσπεράσω, απορροφημένος τελείως και χωρίς να το περιμένω με ρώτησε: -«Τι είναι έρωτας;»...Πάτησα με το δάχτυλο ασυναίσθητα το κουμπί στο τηλεχειριστήριο που κρατούσα και η ταχύτητα της Μazerati πάγωσε απότομα στον χρόνο. Γύρισα και τον κοίταξα με ένα βλέμμα απορημένο αλλά ταυτόχρονα και σαστισμένο... Με κοιτούσε κατάματα περιμένοντας μιαν απάντηση.

Ανακάθισα ελαφρά για μια στιγμή, δίνοντάς του την εντύπωση ότι είχε πιαστεί το δεξί μου πόδι.  Έτσι κατάφερα να κερδίσω λίγο χρόνο και να σκεφτώ την απάντηση. Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα ένα κινέζικο βάζο που υπήρχε στο δωμάτιό μου από την εποχή των μεγάλων ταξιδιών ενός θείου μου, που αναπαριστούσε σε σχέδια την ζωή του έρωτα. Το κοίταξα και του είπα: -«Έρωτας είναι να κάθεσαι ανάμεσα στην φύση και να μην σε γεμίζει τίποτα, γιατί σου λείπει εκείνη, αλλά έρωτας είναι και να είσαι σε ένα ξερότοπο γεμάτο φίδια και επειδή σε κοιτάζει, όλα γύρω σου ανθίζουν». Ο πιτσιρίκος χαμογέλασε με νόημα, που δεν μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω, ενώ ταυτόχρονα πάτησε αστραπιαία το κουμπί στο δικό του τηλεχειριστήριο με σκοπό να με αιφνιδιάσει, και όντως τα κατάφερε. Πέρασε πρώτος τη στροφή κι εγώ ελάχιστα εκατοστά να βρίσκομαι πίσω του. Την στιγμή που ήταν έτοιμος να περάσει κάτω από την σκιά της καρό σημαίας του τερματισμού και να πανηγυρίσει τη μεγάλη του νίκη, το τηλεχειριστήριο έπεσε απ' τα χέρια του. Με κοίταξε και μου είπε. –«Έρωτας είναι το κορίτσι που είδα με τα δερμάτινα ρούχα. Ήταν στο βάθος της αίθουσας στο πάτωμα και έδειχνε να μου απλώνει το χέρι κοιτώντας με μέσα στα μάτια, λέγοντάς μου με το βλέμμα της το πόσο λάθος τελικά ήμουν που δεν της άπλωνα και εγώ το δικό μου». Ο πιτσιρίκος έστριψε το κεφάλι του και κοίταξε για λίγο ξανά το κινέζικο βάζο στον τοίχο. Μετά με κοίταξε με ένα περίεργο στοχαστικό βλέμμα. Σηκώθηκε από κάτω και είπε: -«Άργησα».  Προχώρησε προς την πόρτα, την άνοιξε και έφυγε. Ήταν ο καιρός του... Και μάλλον και ο δικός μου, ίσως για πιο βαθύ στοχασμό του συμβάντος και αναθεωρώντας πράξεις και παρελθοντικές σκέψεις...

Kάποτε η έλξη του έρωτα υπήρχε στην μυρωδιά του ανθρώπινου δέρματος,
ήταν ο ορισμός για την εγκεφαλική διέγερση δύο άγνωστων ανθρώπων. 
Στα χρόνια που περνούν, η οπτική γωνία της θέασης του ψεύτικου δέρματος,
φαίνεται να κερδίζει και πάλι τους νέους πιτσιρικάδες, αλλά πλέον 
και την εξ αποστάσεως οπτική πλευρά του μυαλού.



Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)


Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Άλλαξε ο χρόνος, εμείς... αλλάξαμε ;;


Γράφει ο: Κostas leonardos 

Όσο αγαπώ τους ανθρώπους, άλλο τόσο μπορώ και να τους μισώ. 
Λόγια που αν τα φιλοσοφήσεις, θα αγαπήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Οι μέρες περνούν και μας προσπερνούν, εμείς μένουμε φαινομενικά κολλημένοι, ίσως λίγο χαμένοι και τσιμεντωμένοι στα ίδια και ξανά στα ίδια. Aυτό δεν πάει να πει πολλές φορές ότι είναι και κακό, αρκεί να καταφέρνει κάποιος να μπορεί να συνδυάζει, έστω στο ελάχιστο, τον έλεγχο των πράξεών του, με τις όποιες σκέψεις του. Ίσως με αυτό τον τρόπο κατορθώνεις να έχεις το εισιτήριο σε κάτι καλύτερο, την ελεγχόμενη καθημερινότητα. Έτσι στο μυαλό μας, τα Χριστούγεννα και ύστερα η Πρωτοχρονιά ήρθαν και έφυγαν. Μικροί και μεγάλοι στους δρόμους των μεγαλουπόλεων και της επαρχίας βγήκαν και μύρισαν τα όμορφα αρώματα από αυτές τις γιορτές: όμορφα παιδικά χαμόγελα, φωνές εκκωφαντικές μικρών και μεγάλων, πολύχρωμα μπαλόνια και αμέτρητες τσάντες, στα χέρια του απλού κόσμου που τις κοιτούσα να πηγαίνουν αριστερά και δεξιά, μέσα στους στενούς και φαρδύς δρόμους της μεγαλούπολης. Παρά την όποια λεγόμενη και επονομαζόμενη κρίση ο κόσμος φαίνεται ότι έχει ακόμα την ανάγκη να το ρίξει έστω και λίγο έξω, με τα όσα μετρημένα κουκιά ακόμα διαθέτει, σε αντάλλαγμα... το χαμόγελο από δικούς του ανθρώπους.

Ακολουθούσα και εγώ το δρόμο του ενστίκτου, αφουγκραζόμουν, κοιτούσα το πλήθος ίσως με μια άλλη ματιά, μα δεν μιλούσα, παρά μόνο στην σιωπή, σε αυτή που ξέρεις ότι θα σε καταλάβει καλύτερα από τον κάθε νοήμων άνθρωπο. Δεν μπορώ να πω, και εγώ έκανα το καταναλωτικό μου χρέος. Όμως θα πρέπει πάντα να το κοιτάει κάποιος σε πιο πολύ βάθος από το φαινομενικό. Σαν ιδιοσυγκρασία και φιλοσοφία είμαι κατά του καταναλωτισμού και γενικότερα κατά της άσκοπης ενέργειας, αυτής της ενέργειας που απλά θα σε χαροποιήσει προς στιγμήν, ύστερα θα σε ξαναβυθίσει στην εσωτερική απληστία, όπου ο άνθρωπος είναι ένας φυσικός μαέστρος, που κάθε φορά θέλει όλο και πιο πολλά για να ικανοποιηθεί, ώσπου στο τέλος, η λέξη απληστία γίνεται ένα με το εγώ του. Θέλοντας όμως και μη, για το καλό που λένε της χρονιάς, το έριξα λίγο παραέξω. Έτσι βρέθηκα και εγώ με μια τσάντα στο χέρι, να περιπλανιέμαι σαν ένας χαμένος επισκέπτης αυτής της πόλης. Πάντα όμως θέλω να πιστεύω ότι θα ξέρει πού βαδίζει, πού πάτα και πού βρίσκεται, όχι γιατί είμαι κάτι εξωπραγματικό ή διαφορετικό ή κάποιος που θέλει να δείξει κάτι, αλλά την διαφορετικότητά μας την δείχνουμε ακριβώς στο σημείο της λέξης κλειδί.... της ελεγχόμενης καθημερινότητας... Καλά πέρασα αυτές τις γιορτές, ίσως πιο οικογενειακά από το σύνηθες, είναι όμως το τίμημα, αλλά γι’ αυτό δεν είναι και οι γιορτές; Για να θυμίζουν τους πιο δυνατούς δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους, του πιο κοντινού περιβάλλοντος του καθενός μας;

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και έφτασε αισίως στα μέσα του μήνα. Μπρος στα μάτια μου είδα διάφορα γεγονότα. Είναι όμορφο να ξυπνάς με σκέψεις, αλλά και αληθινά βιώματα. Θα αναφέρω ενδεικτικά τα πιο χαρακτηριστικά και σημαδεμένα στην σκέψη. Πόσες πιθανότητες λοιπόν έχεις, να είσαι πάνω σε ένα βουνό και τον χειμώνα να μην δεις το χιόνι να στρώνεται εμπρός στα μάτια σου; Πολύ λίγες. Γιατί εκεί είναι που μπορεί να φωλιάζει και να μεγαλουργεί αυτό το όμορφο λευκό σεντόνι. Αν όμως τώρα είσαι κάτοικος νοτίων προαστίων και το πρωί ανοίξεις την κουρτίνα σου και τα μάτια σου καταφέρουν εμπρός σου να δουν τις νιφάδες από χιόνι... πόσες πιθανότητες θα έχεις για να το ζήσεις και αυτό; Πάλι ελάχιστες, έως πολύ λίγες. Και όμως αυτές τις λίγες μέρες το έζησα και αυτό. Είδα νιφάδες να ακουμπούν αργά και απαλά στο έδαφος και ύστερα να χάνονται και αυτές μεταμορφωμένες σε απλό νερό, κάποιες άλλες με δυσκολία θα φτιάξουν μια μικρή στρώση πριν και αυτές χαθούν στην πιο ζεστή ατμόσφαιρα. Μέσα σε όλα αυτά είμαι διπλά τυχερός αφού κατάφερα να δω ένα όμορφο, περίεργο και σπάνιο κόκκινο καναρίνι που είχε δραπετεύσει και αυτό όπως φαίνεται από κάποιο στενόχωρο κλουβί, ξεκινώντας την δικιά του Οδύσσεια στο άγνωστο, στο αβέβαιο, αλλά πάντα σε αυτό που του όρισε η αντίδραση στο να τρέξει προς την δικιά του παγωμένη ελευθερία.


Οι δουλειές όμως τρέχουν και  δίχως πολλές επιλογές ξεκίνησα το δρόμο μου για τα βόρεια προάστια.  Οι νιφάδες πύκνωσαν σιγά σιγά με την ώρα και ο χρόνος φαινόταν ακόμα πιο αργός στο πέρασμα της μέρας.  Η κίνηση στους δρόμους της τσιμεντούπολης δεν μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό εκτός από το δεδομένο του αργού σαλίγκαρου που λέω εγώ. Σε όλο το δρόμο ένα νερό παγωμένο, μια ατμόσφαιρα υγρή και ένα κρύο που πιρουνιάζει τα κόκκαλα.  Όλα δείχνουν όμορφα και ήρεμα, παρά το όποιο κρύο της μέρας.  Λίγο παραδίπλα παιδάκια πετροβολιούνται με χιονόμπαλες και τα χαμόγελα φαίνονται όμορφα.  Είναι όμως όλα τόσο φαινομενικά τέλεια;  Όχι πολλά μέτρα όμως από το βλέμμα μου, κείτεται ένας άστεγος σε κάτι χαρτόκουτα με το ένα του χέρι απλωμένο, το κεφάλι σκυφτό, τα ρούχα του λιτά και σίγουρα όχι πολύ ζεστά.  Κοιτάζω την φιγούρα του που είναι σαν σε παραμύθι σε αυτό το υγρό μισοχιονισμένο τοπίο και στο μυαλό μου ανακαλύπτω πως στο δικό του πρόσωπο θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε γνωστός, φίλος, αδερφός, πατέρας. Αμέσως συνειδητοποιώ, ότι τελικά οι μέρες δεν είναι και τόσο τέλειες και σίγουρα δεν μπορεί να είναι πάντα χαρούμενες για όλους.

Υπάρχουν και οι άλλοι άνθρωποι, αυτοί του πεζοδρομίου, εκείνοι που η μοίρα φαίνεται να τους καταδικάζει στον άτυπο τίτλο των ανθρώπων του δρόμου και του κρύου.  Θυμίζουν ίσως και λίγο από τα πιο παλιά χρόνια, εκείνα του παππού και της γιαγιάς που μιλούσαν για το παραμύθι με το κοριτσάκι με τα σπίρτα, που όσα σπίρτα και αν έκαψε σε μια νύχτα της πρωτοχρονιάς δεν μπόρεσε να ζεστάνει το κορμί της, για να σωθεί τελικά από την μεγαλοψυχία εκείνων των τότε ανθρώπων. Για εκείνη η μοίρα προκαθόρισε την τύχη της.  Για όλους τους άλλους γύρω μας όμως, φαίνεται να μπορούμε να προκαθορίζουμε εμείς, με την δικιά μας κίνηση και συμπεριφορά, στην πιο ελάχιστη βελτίωση μιας μικρής χαρούμενης μέρας και για όλους εκείνους που δεν είχαν την ίδια ευκολία προσπαθώντας και αυτοί να περάσουν στο πάνθεον της επόμενης χρονιάς και μέρας, όχι σαν γελωτοποιοί ούτε σαν παραγκωνισμένες φιγούρες, αλλά ως άνθρωποι και πολίτες αυτής της χώρας και στρογγυλής γης. Έτσι η απόφασή μου ήταν ακαριαία.  Έκανα στην άκρη και κατάφερα να ξεκλέψω λίγο από τον πολύτιμό μου χρόνο, κατάφερα να παρκάρω με πολύ δυσκολία μιας και η τσιμεντούπολη πλέον εχθρεύεται τους πάντες και τα πάντα και καθώς τον πλησίαζα το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια του, που ήταν σκασμένα και λίγο πιο φουσκωμένα από το κανονικό.  Φορούσε κάτι ψευτογάντια γεμάτα τρύπες.

'Καλημέρα πατριώτη’ του ψελίζω.  Σηκώνει το πρόσωπο του, με κοιτάει με το βλέμμα του απογοητευμένου ανθρώπου, μου ρίχνει μια συνολική ματιά από πάνω εως κάτω και μου λέει ‘Πεινάω’. Χωρίς να το πολυσκεφτώ πετάχτηκα στο περίπτερο και πήρα κάτι -ένα ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο. Έστω και αυτά τα λίγα κρουασάν που πήρα θα ξεγελάσουν την πείνα του. Δεν φαινόταν ζητιάνος, ούτε καν άνθρωπος με σκοπιμότητα και κουλτούρα ζητιάνου.  Άλλωστε ποιος θα είχε την όρεξη να κάτσει σκόπιμα μέσα στο κρύο από άποψη. Τον ρώτησα που μένει, μου είπε ότι πλέον δεν μένει, είναι κάτοικος ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού αγνώστου ιδιοκτήτη, και μερικά πρωινά κάτοικος αυτού του πεζοδρομίου, συμπληρώνοντας ‘αυτή η πόλη με μισεί’... Τα λόγια του βρήκαν στόχο στην δικιά μου ψυχοσύνθεση.  Είναι αυτό που λέω πάντα, αυτής της πλούσιας μα μίζερης χώρας, που κάθε μέρα σκορπάει ανούσια χιλιάδες ευρώ, κάνοντας όμως κάποιους να πεινάνε και που κάθε φορά θυμίζει την αντίφαση των δύο πλευρών: εκείνων που λυπούνται εξ αποστάσεως και εκείνων όλων  που βιώνουν την πραγματικότητα πάνω στο κρύο έδαφος.  Έσκυψα δίπλα του και κάθισα μαζί του στο πάτωμα του πεζοδρομίου, γιατί έτσι και αλλιώς δεν έχω να χωρίσω τίποτα με αυτόν τον άνθρωπο.  Είμαστε και οι δύο κατατρεγμένοι.  Αυτός σωματικά και ψυχικά και εγώ πεθαμένος εγκεφαλικά από εικόνες.  Πιο πολλά μας ενώνουν παρά μπορούν να μας χωρίζουν.

Τον ρώτησα τι επαγγελόταν πριν φτάσει μέχρι εδώ, χαμογέλασε, έσκυψε και έπιασε μια τσάντα που είχε παραδίπλα του, άνοιξε ένα σκονισμένο και βρεγμένο κουτί και από μέσα έβγαλε ένα πινέλο, ή λεπτές μακριές τρίχες, που είχαν και αυτές κατσαρώσει μέσα στο κρύο και την πολυκαιρία εκτός του φυσικού τους χώρου που είναι το διαλυτικό και η συντήρηση. Του είπα τότε ‘Σήκω μην κάθεσαι τέτοια κρύα μέρα στο δρόμο, θα σου δώσω εγώ το σημερινό μεροκάματο σου, αρκεί να φτιάξεις κάτι για μένα.  Θέλω να είναι μοναδικό όσο και εσύ σε αυτή την πόλη’.  Με κοίταξε  παραξενεμένος αλλά και πάλι χαμογέλασε, λέγοντας ‘Έχεις καλή ψυχή. Ο Θεός ξέρω ότι θα σε βοηθάει’  Άνοιξε και την τσάντα που του έφερα από το περίπτερο, τραβάει ένα κρουασάν και μου προσφέρει το μισό.  Δεν αρνήθηκα να φάω μαζί του. Έτσι και αλλιώς πλέον ξεκίνησε η συνεργασία μας. Έβγαλε την πολύχρωμη παλέτα του και άρχισε να ζωγραφίζει με τα πιο αχνά χρώματα της μέρας, μέσα από το σχέδιό του αμέσως κάτι ζέσταινε την ατμόσφαιρα.  Δεν υπήρχε καν κάποια θέρμανση, ούτε καν κάτι που να θυμίζει πως μπορεί να παράγει ενέργεια.  Η μόνη ενέργεια ήταν αυτή των πινέλων του, που όσο τα βούταγε μέσα στο χρώμα τόσο πιο πολύ ζέσταινε και τους δύο μας. Από το σχέδιό του, φλόγες άρχισαν να ξεπηδούν και όμορφα κούτσουρα να διαφαίνονται μισοκαμμένα και πυρακτωμένα.  Όταν έβαλε το πινέλο του στην θήκη με κοίταξε με μάτια θλιμμένα,  έκατσε στην καρέκλα του -που και αυτή σάπιζε σιγά σιγά και έτριζε σαν μια σκουριασμένη πόρτα-, άπλωσε τα χέρια του, τα κράτησε τεντωμένα στην ζεστή φλόγα του πίνακα.  Θα ορκιζόμουν ότι ένιωθα σαν να είμαι στο πιο ζεστό δωμάτιο ενός σπιτιού. Μου λέει ‘Το έργο σου είναι έτοιμο’. Βγάζω το δικό μου αντίτιμο και του το προσφέρω.  ‘Είναι πάρα πολλά’ απάντησε.  Του έσφιξα την γροθιά με τα χέρια μου... ‘Για τα πινέλα σου’ του ανταπαντώ. Φεύγοντας τον κοίταξα και του είπα ‘Δεν μου είπες το όνομα σου’.  ‘Νεκτάριος’ ακούστηκε να λέει. Του ζήτησα να μου υπογράψει τον πίνακα με το όνομά του.  Το έκανε χαμογελώντας... ‘Σ’  ευχαριστώ. Είμαι πολύ τυχερός που σε γνώρισα’ του είπα.  Φεύγοντας ένιωσα ένα κενό, σαν αυτό το κενό που νιώθει κάποιος όταν φεύγει μακριά από κάτι που τον έδεσε  και τον κρατάει να είναι κολλημένος και αγκυροβολημένος σαν τα καράβια της θάλασσας.  Ίσως τίποτα να μην είναι τυχαίο σε αυτή την ζωή...



Είναι πολύ εύκολο να μπορεί κάποιος να κρίνει πάντα όμως εξ' αποστάσεως, αφού η διαφορετικότητα της καθημερινότητάς του είναι άλλη, και χωρίς να τον αγγίζει η επιμέρους κατάσταση.  Έτσι, η όποια κριτική στην σκέψη που μπορεί να κάνει, φαίνεται να είναι εκ του ασφαλούς.  Παρά ταύτα,  εγώ σήμερα ίσως να άγγιξα και να έθιξα κάτι που δεν μας αγγίζει όλους άμεσα, αλλά έμμεσα θα έπρεπε να το βιώνουμε, όχι για κάποιο λόγο, αλλά γιατί απλά όλοι πολύ εύκολα θα μπορούσαμε να βρεθούμε στην ίδια θέση, στην ίδια μοίρα.  Αυτή την μοίρα που δεν θα την διαλέξεις όταν θα σε βρει, αλλά θα την νιώσεις γιατί θα σε ακουμπάει πλέον όλο και πιο πολύ. Σε κάποιους μάλλον μπορεί να ακούγεται μακρινό σενάριο;  Ίσως... Αλλά ο χρόνος θα δουλέψει για όλους σε μια δικιά τους, προσωπική και μοναδική πραγματικότητα. Το μόνο που θα μπορεί να μείνει σε όλους, θα είναι η όποια αλληλεγγύη και συμπόνια μπορεί να προσφέρει κάποιος. Όχι σαν ζητιανιά, αλλά σαν πράξεις αγάπης στον όποιο συνάνθρωπο.

Στην ομορφιά και στην ασχήμια αυτής της ζωής, 
που πάντα θα μπορούμε να επιλέγουμε πόσο θα συμβάλουμε 
στο να γίνει καλύτερη ή χειρότερη η καθημερινότητα μας.
Αφιερωμένο στον Νεκτάριο Μακρογιαννάκη, ζωγράφο,
άστεγο μα με καρδιά πιο ζεστή και από την φωτιά.


Συγγραφική επιμέλεια: Kostas leonardos
Tεχνική επιμέλεια βίντεο ήχου και εικόνας: Κostas leonardos

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή κατά
παράφραση, ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της παρούσας ηλεκτρονικής σελίδας με
οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του δημιουργού.

(Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου πού ισχύουν στην Ελλάδα)